Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Τι μπορεί να κάνει ένας άντρας που αποφασίζει ότι θέλει να βρει τη σύντροφο της ζωής του εδώ και τώρα;

Όταν η ψυχοσύνθεση του ανθρώπου είναι απλή, και οι προθέσεις του ξεκάθαρες οι καλύτερες ιστορίες προκύπτουν αβίαστα έστω και χωρίς το χολιγουντιανό τέλος.

Γύρω λοιπόν από ένα τραπέζι με αχνιστά ψητά και κρασί, ο Μήτσος μας ομολογεί τα παρακάτω.

Πήγαινε μια μέρα στη δουλειά του, επαγγελματίας οδηγός ο Μήτσος και μάλιστα από τους πιο ευσυνείδητους, και βλέπει την Αλέκα και θαμπώνεται. Δασκάλα η Αλέκα στο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς, και το απόλυτο όνειρο για τον Μήτσο ο οποίος το έχει βάλει σκοπό της ζωής του να τα φτιάξει με δασκάλα. Στο γιατί δεν έχει απάντηση, και δε μοιάζει να τον πολυνοιάζει, οπότε το δεχόμαστε κι όλοι οι υπόλοιποι και ψάχνουμε στα κινητά μας για Friends that work on Teaching μπας και τον κάνουμε να αλλάξει γνώμη για την τεχνολογία. Αδύνατο.

Της αφήνει τριαντάφυλλο στο αμάξι της έξω από τη δουλειά της. Ανώνυμα όμως και στα κρυφά. Δε μένει όμως εκεί, τη σταματάει στο δρόμο και της εκφράζει το θαυμασμό του, μαζί με την επιθυμία του να ‘βγουν για καφέ’ να γνωριστούνε. Η κοπέλα ξαφνιάζεται, και πάλι καλά δηλαδή που έμεινε στο ξάφνιασμα και δεν άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Φαντάζεστε τώρα να κατεβαίνετε αμέριμνοι την Πατησίων και να σου έρχεται ο άγνωστος θαυμαστής να σου πει τι κομψά που ντύνεσαι και τι ωραία περπατάς στο πεζοδρόμιο; Πανικοβάλλεσαι, το βάζεις στα πόδια, και καλείς και το όργανο τσιριχτά. Ευτυχώς ο Μήτσος δραστηριοποιείται στην επαρχία και τη γλίτωσε. Η κοπέλα βέβαια, αν και καταγοητεύτηκε, δεν του έκανε το χατίρι και για καφέ δε βγήκανε.

Δεν τα παρατάει όμως ο Μήτσος. Ανοίγει τηλεφωνικούς καταλόγους – εννοείται χάρτινους μιας και όπως είπαμε δεν το έχει καθόλου με την τεχνολογία – ρωτάει γνωστούς και φίλους και μαθαίνει επιτέλους το ονοματεπώνυμο της Αλέκας. Μαθαίνει όμως ότι ο πατήρ της Αλέκας είναι δικηγόρος. Και αφού τον έκανε τον κόπο και τη βρήκε την πληροφορία κάπως έπρεπε να την αξιοποιήσει.

Παίρνει λοιπόν από το περίπτερο μια δήλωση του νόμου 105 και αρχίζει την συγγραφή: «Εγώ ο Μήτσος Μπαγασόπουλος διεύθυνση τάδε, τηλέφωνο τάδε, δηλώνω υπεύθυνα ότι ...μου αρέσεις...μπλα μπλα..θέλω να σε γνωρίσω ... μπλα ...». Παίρνει τη συμπληρωμένη δήλωση και πάει στο ΚΕΠ του δημαρχείου για επικύρωση του γνήσιου της υπογραφής. Ήταν και ο καιρός των κινητοποιήσεων, και είχαν μαζευτεί οι αγρότες στο δημαρχείο να διαμαρτυρηθούν, οι υπάλληλοι ‘στα κάγκελα’, μες στην αγανάκτηση. Η υπάλληλος σε έξαλλη κατάσταση στρέφεται κάποια στιγμή προς το Μήτσο:

- Tι θες εσύ;

- Όχι, όχι τίποτα. Δε θέλω να σας φάω το χρόνο, εγώ μια σφραγίδα θέλω σε αυτό εδώ. Λέει ο Μήτσος, και της δίνει την υπεύθυνη δήλωση.

Διαβάζει η υπάλληλος την υπεύθυνη δήλωση του Μήτσου, γουρλώνει τις αγριοματάρες της, στρέφεται προς τον Μήτσο και σε μια κατάσταση ενθουσιασμού και έκπληξης του εκμυστηρεύεται ότι στα 30 χρόνια υπηρεσίας της τέτοια δήλωση δεν ξαναείδε. Άμεσα, με θέληση και αποφασιστικότητα, γαζώνει τη δήλωση του Μήτσου με σφραγίδες, και μέσα στον ενθουσιασμό βουτάει το Μήτσο από το μπράτσο και τον σούρνει έξω από το γραφείο και μέσα στο ασανσέρ με προορισμό το γραφείο του δημάρχου. Μάταια προσπαθούσε ο Μήτσος να αποφύγει την επίσκεψη στο δήμαρχο· στο τέλος η δήλωσή του έφερε την υπογραφή και τη σφραγίδα του δημάρχου.

Το σίγουρο είναι ότι η υπάλληλος το απόγευμα πήγε σπίτι της με χαμόγελο, ο δήμαρχος με μια ενδιαφέρουσα ιστορία για το βραδινό τραπέζι και ο Μήτσος με τη δήλωση στο χέρι που μόνο το βουλοκέρι της έλειπε.

Τις επόμενες μέρες ο Μήτσος βρίσκει την αδερφή της Αλέκας και της δίνει ένα φάκελο για την αδερφή της.

...

Αφιερωμένο στην αμεσότητα, στις ξεκάθαρες προθέσεις και στην φαντασία, που όταν συνεργάζονται μας δίνουν Μήτσους για να αλατίζουν τη ζωή.

Υ.Γ. Μα ούτε για ένα καφέ βρε Αλέκα;

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Κατσαβίδια και χαμόγελα

Μπαίνει η κοπελιά με το lap top παραμάσχαλα.
- Γειά σας, έχω φέρει το lap top μου για επισκευή.
* Τι lap top είναι;
- Άκερ.
Χαμογελάει ο υπάλληλος, στραβοκοιτάει η κοπελιά.
- Γιατί χαμογελάτε;
* Έισερ, θέλετε να πείτε.
Να το πει, να μην το πει, να το πει, να μην το πει...ας το καλό, 4 χρόνια σπουδές και 10 χρόνια διδασκαλία...θα το πει.
- Ξέρετε, είμαι φιλόλογος και το acer ξέρετε είναι λατινικό, προφέρεται άκερ, και σημαίνει οξύς.
Με το μαχαίρι τα χαμόγελα, με το κατσαβίδι το lap top.
* Δεν είναι τίποτα, η ψύκτρα έχει χαλάσει. Θα σας κοστίσει 20 ευρώ, προσφορά για φιλολόγους.
Χαμογελάει η κοπέλα, στραβοκοιτάει ο τεχνικός.
- Ευχαριστώ.
* Στο καλό να πάτε.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Προετοιμασία για την εφορία

σηκώθηκα πρωί πρωί να πάω εφορία και ξεκίνησα την ψυχολογική προετοιμασία…
θα μπω στην εφορία, θα ελέγξω τον πίνακα ανακοινώσεων στην είσοδο, θα πάω στο σωστό όροφο και στο σωστό γραφείο, θα τους πω καλημέρα
δε θα μου δώσουν σημασία
θα τους πω ΄γειά σας' δυνατά
θα με κοιτάξουν υπονοώντας 'τι θέλετε'
θα τους πω να καταθέσω δύο χειρόγραφες δηλώσεις
θα μου πουν γιατί
θα τους πω ότι φέτος είχαμε διπλές οικογενειακές απώλειες
θα μου πουν ποια είμαι εγώ
θα τους πω η κόρη και θα δείξω ξεκάθαρα ότι έχω μαζί μου δικαιολογητικά πάχους 1.5 εκατοστό - στιγμιαία ο αέρας γεμίζει δυσαρέσκεια
θα μου πουν να πάω σε άλλο όροφο, υπονοώντας στο διάολο, μαζί με τα δικαιολογητικά μου
θα πάρω τη δυσαρέσκεια παραμάσχαλα και θα πάω στον υποδειχθέντα όροφο
θα επαναλάβω το προφορικό αίτημα συνοδευόμενο από το κλασσικό 'με έστειλαν εδώ από τον 1ο'
θα μου πουν να τους δώσω τις δηλώσεις
θα τους πω 'βεβαίως'
θα μου πουν ότι τις θέλανε χειρόγραφες
θα θέλω να τους πω ότι καλύτερα να μην ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές
θα τους πω ότι χρησιμοποίησα ένα εργαλείο του διαβόλου που το λένε αντόμπ γιατί δεν κάνω καλά γράμματα και δεν ήθελα να τους τρώω το χρόνο
θα ξεκινήσουν να τις κοιτάνε, να γυρνάνε τις σελίδες, δείχνοντας διαρκώς ότι κάτι περιμένουν να δουν που δεν το βλέπουν, μόλις το βρουν θα μου το πουν
θα τους πω γιατί δεν υπάρχει και θα περιμένω το χρησμό - να θυμηθώ να χαμογελάω αθώα κατά τη διάρκεια της αναμονής
θα μου ζητήσουν τα δικαιολογητικά
θα τους τα δώσω ομαδοποιημένα ανά θανόντα
θα μου πουν ότι θέλουν τα πρωτότυπα
θα θέλω να τους πω ότι είναι είτε αδιάφοροι και άχρηστοι υπάλληλοι που δεν ξέρουν ότι το Δημόσιο δέχεται πλέον μόνο φωτοαντίγραφα, είτε προκλητικοί τεμπέληδες που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την άγνοιά μου και να με διώξουν υπηρετώντας πιστά το σύνθημα 'μην κάνεις σήμερα, αυτό που μπορείς να κάνεις κι αύριο'
θα τους πω ότι ρώτησα έναν άχρηστο λογιστή που προφανώς με ενημέρωσε λάθος, θα τους ζητήσω συγγνώμη εκ βάθος καρδίας δείχνοντας όσο πιο ηλίθια και ανυπεράσπιστη γίνεται
θα ακούσω στωικά το μονόλογο του πικραμένου εφοριακού που δεν μπορεί να συνεργαστεί με τους 'λογιστάκους' ανά την υφήλιο και θα περιμένω τον χρησμό- να θυμηθώ να γνέφω καταφατικά το κεφάλι μου ως ένδειξη ότι συμφωνώ
θα μουν πουν ότι μου κάνουν χάρη και ότι εάν ήταν άλλος στη θέση τους θα με έστελνε να φέρω τα πρωτότυπα
θα θέλω να τους πω ότι ελπίζω κάποια μέρα να είναι άλλος στη θέση μου που θα έπαιρνε τη χάρη τους και θα τους την έβαζε στον @$@#$@#
θα πω ευχαριστώ και θα το συνοδεύσω με χαμόγελο ευγνωμοσύνης
θα μου πουν ότι πρέπει να πάρω υπογραφή από το απέναντι γραφείο
θα ρωτήσω ποιο εννοούν γιατί απέναντι έχει τρία γραφεία
θα μου πουν από τον κύριο Φαίνεταιότιδουλεύεισκληρά
θα ρωτήσω ποιον εννοούν γιατί είναι τρεις άντρες χωρίς αμπελάκια μπροστά τους που φαίνεται ότι δουλεύουν σκληρά
θα μου πουν 'αυτός εκεί' δείχνοντας αγανακτισμένα
θα θέλω να πω 'είστε γίδι'
θα πω 'μα βέβαια, έχετε δίκιο, ευχαριστώ'
θα πάω να πάρω την υπογραφή σβέλτα και θα επιστρέψω
θα μου πουν ότι δε δουλεύει το σύστημα και δεν μπορεί να ολοκληρωθεί η εκκαθάριση
θα θέλω να πω 'της θειάς σας'
θα πω ‘τι πρέπει να κάνουμε τώρα’
θα μου πουν ‘περιμένεις’

……κούραση οι εφορίες, θα πάω αύριο

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Ένα χαμένο όνειρο

Το να συζητάς για τα χαμένα όνειρα είναι πλέον πολύ κλισέ. Όλη η κοινωνία σε δικαιολογεί, από την οικογένειά σου, ως ευρύτερους φιλικούς κύκλους, επαγγελματικά πηγαδάκια και συζητήσεις στα ΜΜΕ, όλα σε δικαιολογούν. Αισθάνεσαι ανακουφισμένος.

«Αφού τίποτα δε δουλεύει, λογικό είναι να μην πηγαίνει τίποτα σωστά και στη δική μου ζωή».


Κάτι όμως δεν πάει καλά σε αυτήν την πορεία σκέψης, κάτι είναι λάθος. Η ανάγκη να γίνει αυτή η σκέψη, να εξαχθεί αυτό το συμπέρασμα προέρχεται από την ανάγκη να δικαιολογηθούν οι πράξεις ή ακόμη καλύτερα, η έλλειψη αυτών. Πρόκειται λοιπόν για μια συγκάλυψη της πασίγνωστης τεμπελιάς;


...

Το ανθρώπινο είναι λίγο τεμπέλικο γένος. Εάν του εξασφαλίσεις φαΐ και ύπνο, με την φιλοσοφική έννοια, πρέπει να ιδρώσεις για να το πείσεις να εργαστεί για κάτι παραπάνω. Πρέπει να τεντωθείς, να αρχίσεις να χτυπιέσαι πάνω κάτω, να βγάλεις τα πνευμόνια σου φωνάζοντάς του «Να, εκεί είναι το όνειρό σου, τρέχα!». Και πάλι δηλαδή, σίγουρος ότι το κινητοποίησες μην είσαι.

Μπορείς βέβαια να το κοροϊδέψεις λιγουλάκι, να του δείξεις τη φωτογραφία από κανένα αστραφτερό μπιχλιμπιδένιο παλάτι σε απόσταση αναπνοής και ίσως καταφέρεις να το κάνεις να σηκωθεί από την καρέκλα του και να κινηθεί προς το παλάτι του. Γιατί εάν απλά το προσκαλέσεις, χαΐρι δε θα δεις, να του το χαρίσεις πρέπει. Αρχίζει να κινείται λοιπόν προς το παλάτι του, ξαφνικά το χαμένο του όνειρο ξεχνιέται, και τη θέση του παίρνει ένα άλλο, λιγότερο άπιαστο και περισσότερο άκοπο.

Φτάνει στο παλάτι εύκολα, μα εκεί δεν είναι τίποτα άλλο από μια φωτογραφία, επίπεδη κι ασήμαντη. Ανακτάς όμως τις ελπίδες σου, και αρχίζεις πάλι να χοροπηδάς πάνω κάτω φωνάζοντας πάλι «Κοίτα τι καλά που έκανες, τώρα είσαι πιο κοντά στο όνειρό σου, τρέχα!. Μα δυστυχώς αυτό επιλέγει να πάρει τη φωτογραφία, να γυρίσει πίσω στον καναπέ του και να την καδράρει στον τοίχο του.

Πόσες φορές δε δοκίμασες να το κοροϊδέψεις, μα αυτό εκεί, πεισμωμένο και ανόητο, έμενε στην φωτογραφία, την έβαζε σε κορνίζα, και την κορνίζα στον τοίχο. Μέχρι που να γεμίσουν οι τοίχοι, και να μην υπάρχει άλλος χώρος ούτε για φωτογραφίες ούτε για ψεύτικα όνειρα. Ίσως τότε να θελήσει να σηκωθεί για ένα από τα δικά του, τα αληθινά.



Όχι μεγάλα σπίτια, έχουν πολλούς τοίχους.

Κυριακή, 23 Οκτωβρίου 2016

Η Αυγουστίνα

Το όνομά της ήταν Αυγουστίνα και είχε γεννηθεί σε ένα τυπικό ελληνικό χωριό, απομονωμένο ως τη δεκαετία του ογδόντα και πλέον αντισυμβατικός τουριστικός προορισμός. Τα παιδικά της χρόνια δεν τα θυμάται, το μόνο που ξέρει είναι ότι επιβίωσε και αυτό τα λέει όλα.

Παντρεύτηκε αργά. Όπως έλεγε η ίδια, «προτιμάω τις δουλειές του βουνού από τις δουλειές του κατωγιού» εννοώντας το μέλημα του νοικοκυριού που αναγκαστικά έπεφτε εξολοκλήρου στους ώμους κάθε παντρεμένης γυναίκας του χωριού.

Παιδιά έκανε πέντε, κι αν την έπαιρναν τα χρόνια θα έκανε κι άλλα. Στην εποχή της όμως τα 40 ήταν τα πρώτα γεράματα. Οι γυναίκες γινόντουσαν στα μάτια όλων «γιαγιές», περιόριζαν ακόμη περισσότερο τις δραστηριότητές τους εντός του σπιτιού, αλλάζανε τον τρόπο που φορούσαν το μαντήλι τους και περίμεναν το θάνατο με την ελπίδα να προλάβουν πρώτα κάνα γάμο παιδιού και κάνα βαφτήσι αγγονιού.

Δεν της ήρθανε όμως όπως τα υπολόγιζε τα πράγματα, και η κα. Αυγουστίνα πάτησε τα 90, έχοντας παντρέψει παιδιά, βαφτίσει αγγόνια, κηδέψει σύζυγο...και το μισό χωριό. Έφτασε η μέρα που το χωριό της της φαινόταν ξένο, οι άνθρωποι δε μένανε πια εκεί, το επισκέπτονταν μόνο τα Σαββατοκύριακα γιατί είχε λέει «ωραίο πράσινο». Ανάθεμα κι αν καταλάβαινε τι εννοούσαν, εκείνη θυμάται ένα ωραίο πράσινο φόρεμα που φόρεσε στο γάμο της κόρης της πριν 30 χρόνια. Εκείνο μάλιστα, ήτανε ωραίο πράσινο.

Είχε πλέον και κάτι προβλήματα υγείας, λίγο το στομάχι της, λίγο η καρδιά της λίγο κάτι άλλα που δεν κατάφερνε να συγκρατήσει όσες φορές και εάν της τα επαναλάμβανε η κόρη της. Αναγκάστηκε να αφήσει το χωριό της.

Αρχικά την φιλοξένησε η κόρη της, κρεβάτι καινούριο μονό στο ίδιο δωμάτιο με το αγγόνι της. «Ε όχι και να αναπνέει το αγγόνι της τα γηρατειά της». Απαίτησε και το κρεβάτι της μεταφέρθηκε στο σαλόνι. Δεν είχε μάθει έτσι η κα. Αυγουστίνα, η αξιοπρέπειά της πληγωνόταν κάθε φορά που έπρεπε να σηκωθεί από το κρεβάτι με τη νυχτικιά, κάθε φορά που έπρεπε να απαντήσει στο επίμονο χτύπημα της πόρτας του μπάνιου δείγμα ότι είχε πάλι καθυστερήσει, κάθε φορά που την έπαιρνε ο ύπνος στην πολυθρόνα και την ξυπνούσε το αγγόνι της, κάθε φορά, κάθε μέρα, συνέχεια.

Στη συνέχεια πήγε στο γιό της. Παράπονο από τη νύφη της δεν είχε, αλλά τόση ευγένεια και τυπικότητα δεν την άντεχε, δεν την καταλάβαινε. Έφυγε.

Ζήτησε να τη βάλουν σε ένα γηροκομείο. Λεφτά είχε στην άκρη, εάν ο θεός αποφάσιζε να την πάρει μέσα στην επόμενη τριετία τότε θα της έφταναν, διαφορετικά ας κανόνιζε εκείνος για το μέλλον της. Συχνά θύμωνε, με το θεό, με τους γιατρούς, με τον άντρα της, δεν μπορεί, κάποιος έφταιγε για την κατάντια της. Θυμόταν το χωριό της.

Μπήκε στο γηροκομείο, φροντίδα παγερή, τυπική και άβολη, αλλά καθημερινή και αυτονόητη.

...

Το έλεγαν οι κανόνες, μπαλκόνι δεν υπήρχε, παράθυρο. Το γηροκομείο είχε πρόσοψη σε πολυσύχναστο δρόμο και τις ώρες που δεν την «φρόντιζαν» άκουγε τον ήχο των αυτοκινήτων (κόρνες, φρεναρίσματα, τσακωμούς, μακροσκελή και επιβλητικά φρρρρ). Ρωτούσε πάντα τις κυρίες με τις ροζ ρόμπες που την φρόντιζαν εάν θα μπορούσαν να τη μεταφέρουν σε ένα δωμάτιο στο ισόγειο – θα ήθελε να μπορεί να βλέπει το δρόμο και όχι μόνο να τον ακούει.

«Μα εδώ είσαι καλύτερα γιαγιά, αναπνέεις λιγότερα καυσαέρια.» αντέτειναν οι ροζ κυρίες. Δεν είχε όμως τα κουράγια να τους πει ότι τα δικά της τα πνευμόνια ήταν καλύτερα από τα δικά τους γιατί όλη της τη ζωή ανέπνεε καθαρό αέρα βουνού. Θυμήθηκε το χωριό της.

Οι παρακλήσεις της δεν έβρισκαν ανταπόκριση, όχι γιατί ήταν παράλογες απλώς γιατί η ικανοποίησή τους δεν προβλεπόταν στους κανονισμούς.

Ασανσέρ υπήρχε αλλά το φοβόταν, χειρότερο από ένα δωμάτιο στον τρίτο όροφο με ένα μοναδικό παράθυρο είναι σίγουρα ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρο ανάμεσα σε ορόφους. Κάθε μέρα έβαζε το μαντήλι της, τυλιγόταν στην ρόμπα της και ξεκινούσε αποφασισμένη να φτάσει στο ισόγειο για να δει τα αυτοκίνητα. Τα βήματά της τελικά τη φέρνανε μπροστά στην πόρτα του ασανσέρ, εκεί σταματούσε, πατούσε το κουμπί, περίμενε. Το ορθογώνιο τζαμάκι της πόρτας του ασανσέρ φωτιζόταν σταδιακά, και τελικά άκουγε τον χαρακτηριστικό ήχο που κάνει το ασανσέρ όταν φτάνει στον προορισμό του. Ποτέ όμως δεν άνοιγε την πόρτα, περίμενε μέχρι να ξανασβήσει το τζαμάκι και επέστρεφε στο δωμάτιό της. Η τελετουργία του ασανσέρ συνεχίστηκε για βδομάδες μέχρι που την πήρε χαμπάρι κάποια ροζ κυρία και την επόμενη μέρα της πρότεινε να την κατεβάσει η ίδια μέχρι το ισόγειο. Ντροπιασμένη κάπως η Αυγουστίνα που της είχαν ανακαλύψει την αδυναμία, δέχτηκε απρόθυμα να κατέβει με συνοδεία ως το ισόγειο. Η ροζ κυρία την άφησε στα δερμάτινα καναπεδάκια των επισκεπτών λέγοντάς της ότι θα γυρίσει σύντομα να την πάει πίσω στο δωμάτιό της.

Η Αυγουστίνα τράβηξε ίσια στην έξοδο, εξάλλου δεν της είχανε πει το αντίθετο. Βγαίνοντας έξω κατάλαβε τι εννοούσε η ροζ κυρία για τα καυσαέρια. Ατμόσφαιρα αποπνικτική, αλλά τόσοι μα τόσοι ήχοι. Στο χωριό άκουγε μόνο την ησυχία. Βάλθηκε να βρει ένα πρόχειρο κάθισμα, η μέση της δεν ήταν πλέον για πολλά πολλά. Στο χωριό θα είχε κάτσει κάτω στο χώμα, αλλά τώρα το να κάτσει κάτω στο πεζοδρόμιο της φαινότανε σαν κάποια μορφής παρανομία. Θυμήθηκε το χωριό της.

Μια ροζ κυρία την πλησίασε ακουμπώντας πίσω της μια καρέκλα. Ήταν η ίδια κυρία που την είχε βοηθήσει με το ασανσέρ. Η Αυγουστίνα κάθισε νιώθοντας ταυτόχρονα ντροπή και ευγνωμοσύνη, αλλά πριν προλάβει να πει λέξη, η ροζ κυρία της έριξε ένα χαμόγελο όλο νόημα και έφυγε. Η Αυγουστίνα ήξερε καλά ότι όταν οι ψυχές τα βρίσκουν, οι λέξεις περισσεύουν.

...

Κόσμος πολύς. Άλλους τους παρατηρούσε με προσοχή μέχρι να εξαφανιστούν, και άλλους τους άφηνε να περνάνε. Θυμήθηκε ένα ενυδρείο που είχε η νύφη της. Έτσι χάζευε και το αγγόνι της τα χρυσόψαρα. Και τι πρόβλημα έχουν τα ψάρια σκέφτηκε, αυτά ζούνε μια χαρά στον κόσμο τους, στη γυάλα τους, στο ενυδρείο τους. Το πρόβλημα είναι δικό μας που το ξέρουμε. Αχ πόσο θα ‘θελε να ήταν κι αυτή στο δικό της τώρα ενυδρείο, στη δική της γυάλα, στο χωριό της. Δε πα να τη λυπόντουσαν όλοι οι πολύξεροι; με τίποτα δε θα την αντάλλασσε την ταπεινή της καθημερινότητα.

Καλημέρισε ένα ζευγάρι γελαστά μάτια, αλλά δεν πήρε απάντηση. Τα γελαστά μάτια δεν πάνε πάντοτε παρέα με τα γλυκομίλητα χείλη. Το ‘ξερε αυτό. Ένα πιτσιρίκι της χαιρέτησε μέσα από το κλειστό παράθυρο ενός αυτοκίνητο. Τα αρθριτικά της δεν της επιτρέψανε να σηκώσει το χέρι της έγκαιρα για να του ανταποδώσει το χαιρετισμό, πρόλαβε όμως να του χαμογελάσει. Σκέφτηκε ότι στο χωριό της θα προλάβαινε. Ποιο αυτοκίνητο θα μπορούσε να περάσει με τέτοια ταχύτητα το χωματένιο δρομάκι μπροστά από το χαγιάτι της;

...

Σε λίγο ήρθε πάλι η ροζ κυρία. Την ακολούθησε αδιαμαρτύρητα μέχρι το δωμάτιό της. Πρέπει να κοιμήθηκε αμέσως, δε θυμάται καν να καληνυχτίζει την νέα της φίλη.

...

Την άλλη μέρα ξύπνησε στο χωριό της, στο σπίτι της, στο κρεβάτι της. Μύρισε φουσκί, πρωινή δροσιά και καμένο ξύλο. Άκουσε τα λυκίσια ουρλιαχτά των σκύλων και τα σουρσίματα των ζώων στα κατάφυτα χώματα. Σηκώθηκε ξέγνοιαστη, αέρινη, ευτυχισμένη.

...

«Το χειρότερο που θα με βρει εκεί είναι ο θάνατος. Το καλύτερο που μπορεί να με βρει εδώ είναι το ίδιο.» έλεγε το σημείωμα που βρήκε η ροζ κυρία δίπλα στο άδειο κρεβάτι της Αυγουστίνας στο γηροκομείο.

Κυριακή, 16 Οκτωβρίου 2016

Σε μια δημόσια υπηρεσία

Σε μια δημόσια υπηρεσία, γενικά, κόσμος πάει, κόσμος έρχεται, πρωτόκολλα εισερχόμενα, εξερχόμενα, τηλέφωνα χτυπάνε, πόρτες ανοιγοκλείνουνε, δάκτυλα σφυροκοπάνε ταλαιπωρημένα πληκτρολόγια, πολίτες μπαινοβγαίνουν για δουλειά η κατά λάθος και όλοι περιμένουν το χρόνο να περάσει για να πάνε .. κάπου αλλού.
Η Ελπίδα είναι γραμματέας σε μια τέτοια δημόσια υπηρεσία, προικισμένη με υπομονή, επιμονή, φιλότιμο και μια κοιλιά ίσαμε 1.5 μέτρο περίμετρο καθότι έγκυος λίγο πριν τα ευχάριστα.
Όλοι βλέπουν την κατάσταση της Ελπίδας, πώς να κρύψεις ένα μικρό βουνό κάτω από την μπλούζα; Ευτυχώς που καμία έγκυος δε θυμάται τι σκεφτόταν στη θέα της κοιλιάς άλλων εγκύων πριν αρχίσει να βλέπει τη δική της στον καθρέφτη. Μάλλον οι άλλοι βλέπουν την κοιλιά, ενώ η έγκυος το περιεχόμενο, οπότε γλιτώνει την ταραχή.  
Η Λενιώ είναι κι αυτή του γραμματειακού συναφιού. Αεράτη αλλά ευκίνητη, φοράει και το σνίκερ μιας και δεν τα πολυπάει αυτά τα «ευπαρουσίαστη στην εργασία», αφήνει και κάπου κάπου το μαλλί να λαδώσει, φοράει και την μπλούζα γυμναστηρίου ώστε κανείς να μη μείνει με την αμφιβολία. Οι κινήσεις της είναι αργές και δυστυχώς το ρυθμό ακολουθεί κάποιες φορές και η σκέψη της.
Υπάρχουν κι άλλοι στο χώρο, αλλά δεν αφορούν την ιστορία μας, οπότε ευκόλως παραλείπονται.
Η καθημερινότητα λοιπόν στην υπηρεσία είναι πάνω κάτω αυτό που φαντάζεσαι. Βαρετή για τους περισσότερους, αναγκαία για κάποιους, με συχνές εντάσεις και παρεξηγήσεις, αλλά που κάποιες φορές ξαφνιάζει.
--
Ώρα 09:00. Μυρωδάτοι αχνιστοί καφέδες καταφθάνουν από το κυλικείο, ντεκαφεϊνέ για την Ελπίδα (μην κάνει και το έμβρυο τούρμπο), σούπερ γλυκός για τη Λενιώ να της φύγει και η πικράδα του πρωινού ξυπνήματος, σκέτος για τον προϊστάμενο του διπλανού γραφείου. Όλοι ξεσκαρτάρουν τα emails του για να ξεκινήσει η μέρα.
Μπορεί να ήταν ο καφές, μπορεί να ήταν ο ήχος από το πρωινό πότισμα των δένδρων του κήπου αλλά κάποια στιγμή η Λενιώ πετάγεται και με το δεξί χέρι σφιγμένο στο ύψος του γοφού ορμάει στην τουαλέτα πίσω από το γραφείο της Ελπίδας (η οποία αγχώθηκε προς στιγμήν, μήπως πάρει καμιά στροφή το αγέννητο και θα πρέπει να παραβγεί με τη Λενιώ για την τουαλέτα). Ευτυχώς όλα καλά! Συνέχισε την ανάγνωση των emails της: κάτι από τον Προϊστάμενο (σβήσιμο χωρίς να το ανοίξει), κάποιο ενημερωτικό από το Υπουργείο (θα το δει αργότερα), κάτι χιουμοριστικά μεταξύ συναδέλφων (άνοιξε 2-3 χωρίς να γελάσει βέβαια), ενημέρωση για μισθολογικά θέματα υπαλλήλων (ωπ εδώ είμαστε). Ξεκινάει την προσεκτική ανάγνωση του ενημερωτικού email..μειώσεις επιδομάτων, μπλα μπλα μπλα, νέο επίδομα, μπλα μπλα μπλα – χτυπάει το τηλέφωνο (δεν είναι το δικό της) – μπλα μπλα μπλα, οι κρατήσεις θα αυξηθούν λόγω της εισφοράς αλληλεγγύης – καζανάκι – βάσει του νόμου Ν.4000 μπλα μπλα μπλα – ανοίγει η πόρτα και μπαίνει μια πολίτης (την αγνοεί, θα την εξυπηρετήσει ο προϊστάμενος που ακολουθεί) – τέλος στις κρατήσεις χαρτοσήμου, μπλα μπλα μπλα..
Ρε Ελπίδα για δες αυτό, εσύ που το έχεις και πρόσφατο. Είμαι έγκυος ή όχι; λέει η αλαφιασμένη Λενιώ στην ξαφνιασμένη Ελπίδα και ταυτόχρονα της χώνει το χρησιμοποιημένο predictor στη μούρη.
Η έκπληκτη Ελπίδα της λέει να διαβάσει τις οδηγίες. Ο προϊστάμενος που ότι είχε μπει γυρίζει την πλάτη και ξαναβγαίνει από το γραφείο χωρίς να πει αυτό για το οποίο μπήκε. Η πολίτης (που περίμενε να εξυπηρετηθεί) της λέει «Συγχαρητήρια» και την προτρέπει να πάει να δει τη χοριακή της για να είναι σίγουρη.
Ώρα 09:30. Η Ελπίδα ανοίγει το email από το Υπουργείο που είχε αφήσει για αργότερα. Η πολίτης μετακομίζει στο γραφείο του Προϊστάμενου για να εξυπηρετηθεί και η Λενιώ πάει για εξετάσεις αίματος.
..
Κοριτσάκι, να σας ζήσει!

...Αφιερωμένο σε μια αγαπημένη φίλη που προσπαθεί να αγκαλιάσει τον καινούριο της ρόλο!

Κυριακή, 13 Μαρτίου 2016

Κυριακή ημέρα

Είναι κάτι περίοδοι που η ζωή δεν μπαίνει σε πρόγραμμα, η καθημερινότητα γίνεται απρόβλεπτη, γρήγορη, άπιαστη.

Το επίπεδο δραστηριότητας ξαφνικά αυξάνεται, συμπυκνώνεις δουλειές και σκέψεις βδομάδων σε μια μέρα, σε μια ώρα, σε μια στιγμή.

Προγραμματίζεις χωρίς να έχει σημασία το πότε, ζωγραφίζεις με το μυαλό συννεφάκια με στόχους, προορισμούς, μελλούμενα.

Συναντάς ανθρώπους γύρω σου και σου μοιάζουν τόσο διαφορετικοί και ας τους έχεις δει μόλις προχθές.

Προσπαθείς να βάλεις προτεραιότητες για να μη χαθείς, μα ξέχασες να ρωτήσεις το αφεντικό. «Αφεντικό πρέπει να καθαρίσω το σπίτι μου σήμερα;»

Σήμερα είναι Κυριακή, την Κυριακή υποτίθεται πρέπει να σηκωθείς χαράματα για να σε πιάσουν οι πρώτες αχτίδες του ήλιου καθώς θα προσεύχεσαι. Αλλά σήμερα έχει συννεφιά, δε θα πιάσει.