Σάββατο, 16 Ιουνίου 2018

Ταξίδι αναψυχής


Στα αγγλικά "The Leisure Seeker". Ένα ζευγάρι ηλικιωμένων που αντιμετωπίζει προβλήματα υγείας, η γυναίκα πάσχει από καρκίνο και ο άνδρας από προχωρημένο Αλτσχάιμερ, αποφασίζουν να φύγουν με το τροχοσπιτό τους για ένα τελευταίο ταξίδι αναψυχής, όπως κάνανε παλιά. Αποφασίζουν να ζήσουν λίγο ακόμη. 
Στο ταξίδι συναντούν δυσκολίες που τις γεννά η ίδια τους η κατάσταση, τις ξεπερνούν όμως κυρίως λόγω της σταθερής νοητικής κατάστασης της γυναίκας. Το σώμα της προφανώς την προδίδει γρήγορα και σταθερά, αλλά το μυαλό της είναι ο τελικός νικητής. Η ταινία τελειώνει με τη γυναίκα να δίνει ένα τέλος, ένα ωραίο τέλος και για τους δυο τους. Αποφάσισε, και εκτέλεσε. Δεν επέτρεψε στα σώματα να νικήσουν την ψυχή. 
Ένας σύντροφος ως το τέλος, και ένα ωραίο τέλος είναι ό,τι χρειάζεται ένας άνθρωπος για βγει νικητής στη μάχη με το χρόνο. 

Σάββατο, 20 Ιανουαρίου 2018

o γιος του Δράκου

Μια παρέα σε ένα νησί, με αφορμή μια διακοπή ρεύματος, μαζεύεται ένα βράδυ σε μια ταβέρνα, σε μια παραλία γύρω από μια φωτιά. Στην παρέα έρχεται ένας παραμυθάς, ο οποίος όλο το βράδυ τους εξιστορεί ένα παραμύθι για έναν άλλο παραμυθά σε ένα καράβι που λέει στους επιβάτες του παραμύθια κάθε βράδυ. Παραμύθια, μέσα σε ένα παραμύθι, μέσα σε ένα μυθιστόρημα.

Όμορφες εικόνες, με περιγραφές που κάποιες φορές δυσκόλευαν χωρίς εμφανή λόγο και ως ενα βαθμό μένουν ανολοκλήρωτες. Βέβαια αν προσπαθείς πολύ για να συμπυκνώσεις (λογο)τεχνικά το κείμενα ξεχνάς να απογειώσεις την περιγραφή σου, ξεχνάς μάλλον τον αναγνώστη, που για τους περισσότερους είναι μάλλον δείγμα επιτυχημένης συγγραφής.
  
Όταν κάποιος θέλει να αποδείξει ότι έχει φαντασία επιλέγει ένα τέτοιο τρόπο να το κάνει (magic realism), εύκολο, και προσιτό σε όλους. 
 
Υ.Γ. Ο τίτλος είναι από έναν ήρωα σε ένα παραμύθι, του παραμυθά, του παραμυθά. Ίσως ο πιο αξιολύπητος από όλους...χαλάλι ένας τίτλος.

Δευτέρα, 25 Δεκεμβρίου 2017

Καφέ σε χριστουγεννιάτικη ατμόσφαιρα


Στο διπλανό τραπέζι κάθονται δύο γυναίκες, καπνίζουν, πίνουν κόκκινο κρασί και τσιμπολογάνε φτηνούς ξηρούς καρπούς. Η σερβιτόρα τις πλησιάζει κάθε 5 λεπτά, φανερά αγχωμένη μήπως δε δει το σινιάλο τους. Είτε η σερβιτόρα είναι φιλότιμη και νέα στη δουλειά, είτε είναι παλιά, με γκρινιάρικο αφεντικό και τσιτωμένη πελατεία. Θα πόνταρα στο δεύτερο...

Οι γυναίκες συζητούν δυνατά, προφανώς αδιαφορούν αν τις ακούω, ίσως και να το θέλουν, μπορεί έτσι να αισθάνονται σημαντικές. Άραγε στο σπίτι τους τις ακούει κανείς; Μακάρι να μπορούσα να τις ρωτήσω, αλλά μοιάζουν τόσο αφοσιωμένες η μία στην άλλη. Καπνίζουν άραγε ή όχι; Δεν βλέπω τα σύνεργα πάνω στο τραπέζι, μάλλον όχι. Είναι εντυπωσιακό, δεν κοιτούν καν το κινητό τους. Πόσο τις ζηλεύω!

Η σερβιτόρα τις πλησιάζει πάλι, μα δε βλέπει ότι δε χρειάζονται τίποτα. Έτσι μου έρχεται να τη φωνάξω εγώ να τη βγάλω από την αναμονή.

— Εντάξει όλα, μήπως χρειάζεστε τίποτα;
— Όχι, ευχαριστώ πολύ.

Μα καλά στο μυαλό μου είναι; Σίγουρα το δεύτερο.

Στο μπαρ κάθεται ένας κουστουμαρισμένος. Δείχνει μεγάλη προσήλωση στο ποτό του, είτε σκέφτεται, είτε δείχνει ότι σκέφτεται. Ας κάνω ότι τον πιστεύω να μην τον πληγώσω. Μπορεί να είναι δικηγόρος που ήρθε να πιει το ποτό του και να χαλαρώσει μετά τη δουλειά. Ευτυχώς που είδα μερικά επεισόδια Suits και ξέρω τι μου γίνεται. Άραγε ο αυτοσαρκασμός ισχύει όταν δεν τον ακούει κανείς; Θα το σκεφτώ άλλη ώρα. Μα πού κοιτάει; Α μάλιστα, τώρα κατάλαβα τι σκέφτεται ο κουστουμαρισμένος. Είναι τουλάχιστον ειλικρινής.

Ωπ! Νάτο και το κοκτέιλ ιστορία. Φωτιά, πρασινάδα και λεμονόφλουδα. Ωραίος ο μπάρμαν, και δεν του το χα. Πριν 1 λεπτό θα ορκιζόμουν ότι αποτελεί την φθηνότερη επιλογή του ιδιοκτήτη για το ρόλο του «αυτός που αδειάζει μπουκάλια σε ποτήρια διαφορετικού σχήματος». Ζήλεψα τώρα, ένα κοκτέιλ θα ήταν μια καλή ιδέα. Δε μου αρέσει να παραγγέλνω κοκτέιλ, τις περισσότερες φορές έχουν ονόματα που με κάνουν να αισθάνομαι γελοία όταν τα παραγγέλνω.

Το κοκτέιλ τελικά προοριζόταν για την κυρία στο πιο απομονωμένο τραπέζι του μαγαζιού. Δεν μπορώ να δω πολύ καλά αλλά η συντροφιά της μοιάζει τουλάχιστον 2 δεκαετίες νεώτερη. Γιος; Με κατακόκκινο κραγιόν και αντίστοιχου χρώματος γυαλιά; Όχι βέβαια. Κυρία. Το κοκτέιλ ήταν τελικά για εκείνον. Χαμένο πήγε, η ηλικία του δεν εκτιμά τα κοκτέιλ, δεν τα καταλαβαίνει. Δεν πειράζει. Κάποια στιγμή θα μεγαλώσει, θα εκτιμήσει τα κοκτέιλ, και θα θυμάται πάντα την κυρία με τα κόκκινα γυαλιά που του τα έμαθε.

— Εεε! Ακούς ή στον τοίχο μιλάω τόση ώρα; Σου λέω για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι φέτος, για όλα τα ψώνια που πρέπει να κάνουμε, για τους συγγενείς που πρέπει να δούμε. Με προσέχεις;
— Ναι καλέ. Αυτά σκεφτόμουν κι εγώ. Συνέχισε....

Παρασκευή, 30 Δεκεμβρίου 2016

Τι μπορεί να κάνει ένας άντρας που αποφασίζει ότι θέλει να βρει τη σύντροφο της ζωής του εδώ και τώρα;

Όταν η ψυχοσύνθεση του ανθρώπου είναι απλή, και οι προθέσεις του ξεκάθαρες οι καλύτερες ιστορίες προκύπτουν αβίαστα έστω και χωρίς το χολιγουντιανό τέλος.

Γύρω λοιπόν από ένα τραπέζι με αχνιστά ψητά και κρασί, ο Μήτσος μας ομολογεί τα παρακάτω.

Πήγαινε μια μέρα στη δουλειά του, επαγγελματίας οδηγός ο Μήτσος και μάλιστα από τους πιο ευσυνείδητους, και βλέπει την Αλέκα και θαμπώνεται. Δασκάλα η Αλέκα στο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς, και το απόλυτο όνειρο για τον Μήτσο ο οποίος το έχει βάλει σκοπό της ζωής του να τα φτιάξει με δασκάλα. Στο γιατί δεν έχει απάντηση, και δε μοιάζει να τον πολυνοιάζει, οπότε το δεχόμαστε κι όλοι οι υπόλοιποι και ψάχνουμε στα κινητά μας για Friends that work on Teaching μπας και τον κάνουμε να αλλάξει γνώμη για την τεχνολογία. Αδύνατο.

Της αφήνει τριαντάφυλλο στο αμάξι της έξω από τη δουλειά της. Ανώνυμα όμως και στα κρυφά. Δε μένει όμως εκεί, τη σταματάει στο δρόμο και της εκφράζει το θαυμασμό του, μαζί με την επιθυμία του να ‘βγουν για καφέ’ να γνωριστούνε. Η κοπέλα ξαφνιάζεται, και πάλι καλά δηλαδή που έμεινε στο ξάφνιασμα και δεν άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Φαντάζεστε τώρα να κατεβαίνετε αμέριμνοι την Πατησίων και να σου έρχεται ο άγνωστος θαυμαστής να σου πει τι κομψά που ντύνεσαι και τι ωραία περπατάς στο πεζοδρόμιο; Πανικοβάλλεσαι, το βάζεις στα πόδια, και καλείς και το όργανο τσιριχτά. Ευτυχώς ο Μήτσος δραστηριοποιείται στην επαρχία και τη γλίτωσε. Η κοπέλα βέβαια, αν και καταγοητεύτηκε, δεν του έκανε το χατίρι και για καφέ δε βγήκανε.

Δεν τα παρατάει όμως ο Μήτσος. Ανοίγει τηλεφωνικούς καταλόγους – εννοείται χάρτινους μιας και όπως είπαμε δεν το έχει καθόλου με την τεχνολογία – ρωτάει γνωστούς και φίλους και μαθαίνει επιτέλους το ονοματεπώνυμο της Αλέκας. Μαθαίνει όμως ότι ο πατήρ της Αλέκας είναι δικηγόρος. Και αφού τον έκανε τον κόπο και τη βρήκε την πληροφορία κάπως έπρεπε να την αξιοποιήσει.

Παίρνει λοιπόν από το περίπτερο μια δήλωση του νόμου 105 και αρχίζει την συγγραφή: «Εγώ ο Μήτσος Μπαγασόπουλος διεύθυνση τάδε, τηλέφωνο τάδε, δηλώνω υπεύθυνα ότι ...μου αρέσεις...μπλα μπλα..θέλω να σε γνωρίσω ... μπλα ...». Παίρνει τη συμπληρωμένη δήλωση και πάει στο ΚΕΠ του δημαρχείου για επικύρωση του γνήσιου της υπογραφής. Ήταν και ο καιρός των κινητοποιήσεων, και είχαν μαζευτεί οι αγρότες στο δημαρχείο να διαμαρτυρηθούν, οι υπάλληλοι ‘στα κάγκελα’, μες στην αγανάκτηση. Η υπάλληλος σε έξαλλη κατάσταση στρέφεται κάποια στιγμή προς το Μήτσο:

- Tι θες εσύ;

- Όχι, όχι τίποτα. Δε θέλω να σας φάω το χρόνο, εγώ μια σφραγίδα θέλω σε αυτό εδώ. Λέει ο Μήτσος, και της δίνει την υπεύθυνη δήλωση.

Διαβάζει η υπάλληλος την υπεύθυνη δήλωση του Μήτσου, γουρλώνει τις αγριοματάρες της, στρέφεται προς τον Μήτσο και σε μια κατάσταση ενθουσιασμού και έκπληξης του εκμυστηρεύεται ότι στα 30 χρόνια υπηρεσίας της τέτοια δήλωση δεν ξαναείδε. Άμεσα, με θέληση και αποφασιστικότητα, γαζώνει τη δήλωση του Μήτσου με σφραγίδες, και μέσα στον ενθουσιασμό βουτάει το Μήτσο από το μπράτσο και τον σούρνει έξω από το γραφείο και μέσα στο ασανσέρ με προορισμό το γραφείο του δημάρχου. Μάταια προσπαθούσε ο Μήτσος να αποφύγει την επίσκεψη στο δήμαρχο· στο τέλος η δήλωσή του έφερε την υπογραφή και τη σφραγίδα του δημάρχου.

Το σίγουρο είναι ότι η υπάλληλος το απόγευμα πήγε σπίτι της με χαμόγελο, ο δήμαρχος με μια ενδιαφέρουσα ιστορία για το βραδινό τραπέζι και ο Μήτσος με τη δήλωση στο χέρι που μόνο το βουλοκέρι της έλειπε.

Τις επόμενες μέρες ο Μήτσος βρίσκει την αδερφή της Αλέκας και της δίνει ένα φάκελο για την αδερφή της.

...

Αφιερωμένο στην αμεσότητα, στις ξεκάθαρες προθέσεις και στην φαντασία, που όταν συνεργάζονται μας δίνουν Μήτσους για να αλατίζουν τη ζωή.

Υ.Γ. Μα ούτε για ένα καφέ βρε Αλέκα;

Σάββατο, 24 Δεκεμβρίου 2016

Κατσαβίδια και χαμόγελα

Μπαίνει η κοπελιά με το lap top παραμάσχαλα.
- Γειά σας, έχω φέρει το lap top μου για επισκευή.
* Τι lap top είναι;
- Άκερ.
Χαμογελάει ο υπάλληλος, στραβοκοιτάει η κοπελιά.
- Γιατί χαμογελάτε;
* Έισερ, θέλετε να πείτε.
Να το πει, να μην το πει, να το πει, να μην το πει...ας το καλό, 4 χρόνια σπουδές και 10 χρόνια διδασκαλία...θα το πει.
- Ξέρετε, είμαι φιλόλογος και το acer ξέρετε είναι λατινικό, προφέρεται άκερ, και σημαίνει οξύς.
Με το μαχαίρι τα χαμόγελα, με το κατσαβίδι το lap top.
* Δεν είναι τίποτα, η ψύκτρα έχει χαλάσει. Θα σας κοστίσει 20 ευρώ, προσφορά για φιλολόγους.
Χαμογελάει η κοπέλα, στραβοκοιτάει ο τεχνικός.
- Ευχαριστώ.
* Στο καλό να πάτε.

Δευτέρα, 19 Δεκεμβρίου 2016

Προετοιμασία για την εφορία

σηκώθηκα πρωί πρωί να πάω εφορία και ξεκίνησα την ψυχολογική προετοιμασία…
θα μπω στην εφορία, θα ελέγξω τον πίνακα ανακοινώσεων στην είσοδο, θα πάω στο σωστό όροφο και στο σωστό γραφείο, θα τους πω καλημέρα
δε θα μου δώσουν σημασία
θα τους πω ΄γειά σας' δυνατά
θα με κοιτάξουν υπονοώντας 'τι θέλετε'
θα τους πω να καταθέσω δύο χειρόγραφες δηλώσεις
θα μου πουν γιατί
θα τους πω ότι φέτος είχαμε διπλές οικογενειακές απώλειες
θα μου πουν ποια είμαι εγώ
θα τους πω η κόρη και θα δείξω ξεκάθαρα ότι έχω μαζί μου δικαιολογητικά πάχους 1.5 εκατοστό - στιγμιαία ο αέρας γεμίζει δυσαρέσκεια
θα μου πουν να πάω σε άλλο όροφο, υπονοώντας στο διάολο, μαζί με τα δικαιολογητικά μου
θα πάρω τη δυσαρέσκεια παραμάσχαλα και θα πάω στον υποδειχθέντα όροφο
θα επαναλάβω το προφορικό αίτημα συνοδευόμενο από το κλασσικό 'με έστειλαν εδώ από τον 1ο'
θα μου πουν να τους δώσω τις δηλώσεις
θα τους πω 'βεβαίως'
θα μου πουν ότι τις θέλανε χειρόγραφες
θα θέλω να τους πω ότι καλύτερα να μην ψηφίσουν στις επόμενες εκλογές
θα τους πω ότι χρησιμοποίησα ένα εργαλείο του διαβόλου που το λένε αντόμπ γιατί δεν κάνω καλά γράμματα και δεν ήθελα να τους τρώω το χρόνο
θα ξεκινήσουν να τις κοιτάνε, να γυρνάνε τις σελίδες, δείχνοντας διαρκώς ότι κάτι περιμένουν να δουν που δεν το βλέπουν, μόλις το βρουν θα μου το πουν
θα τους πω γιατί δεν υπάρχει και θα περιμένω το χρησμό - να θυμηθώ να χαμογελάω αθώα κατά τη διάρκεια της αναμονής
θα μου ζητήσουν τα δικαιολογητικά
θα τους τα δώσω ομαδοποιημένα ανά θανόντα
θα μου πουν ότι θέλουν τα πρωτότυπα
θα θέλω να τους πω ότι είναι είτε αδιάφοροι και άχρηστοι υπάλληλοι που δεν ξέρουν ότι το Δημόσιο δέχεται πλέον μόνο φωτοαντίγραφα, είτε προκλητικοί τεμπέληδες που προσπαθούν να εκμεταλλευτούν την άγνοιά μου και να με διώξουν υπηρετώντας πιστά το σύνθημα 'μην κάνεις σήμερα, αυτό που μπορείς να κάνεις κι αύριο'
θα τους πω ότι ρώτησα έναν άχρηστο λογιστή που προφανώς με ενημέρωσε λάθος, θα τους ζητήσω συγγνώμη εκ βάθος καρδίας δείχνοντας όσο πιο ηλίθια και ανυπεράσπιστη γίνεται
θα ακούσω στωικά το μονόλογο του πικραμένου εφοριακού που δεν μπορεί να συνεργαστεί με τους 'λογιστάκους' ανά την υφήλιο και θα περιμένω τον χρησμό- να θυμηθώ να γνέφω καταφατικά το κεφάλι μου ως ένδειξη ότι συμφωνώ
θα μουν πουν ότι μου κάνουν χάρη και ότι εάν ήταν άλλος στη θέση τους θα με έστελνε να φέρω τα πρωτότυπα
θα θέλω να τους πω ότι ελπίζω κάποια μέρα να είναι άλλος στη θέση μου που θα έπαιρνε τη χάρη τους και θα τους την έβαζε στον @$@#$@#
θα πω ευχαριστώ και θα το συνοδεύσω με χαμόγελο ευγνωμοσύνης
θα μου πουν ότι πρέπει να πάρω υπογραφή από το απέναντι γραφείο
θα ρωτήσω ποιο εννοούν γιατί απέναντι έχει τρία γραφεία
θα μου πουν από τον κύριο Φαίνεταιότιδουλεύεισκληρά
θα ρωτήσω ποιον εννοούν γιατί είναι τρεις άντρες χωρίς αμπελάκια μπροστά τους που φαίνεται ότι δουλεύουν σκληρά
θα μου πουν 'αυτός εκεί' δείχνοντας αγανακτισμένα
θα θέλω να πω 'είστε γίδι'
θα πω 'μα βέβαια, έχετε δίκιο, ευχαριστώ'
θα πάω να πάρω την υπογραφή σβέλτα και θα επιστρέψω
θα μου πουν ότι δε δουλεύει το σύστημα και δεν μπορεί να ολοκληρωθεί η εκκαθάριση
θα θέλω να πω 'της θειάς σας'
θα πω ‘τι πρέπει να κάνουμε τώρα’
θα μου πουν ‘περιμένεις’

……κούραση οι εφορίες, θα πάω αύριο

Σάββατο, 19 Νοεμβρίου 2016

Ένα χαμένο όνειρο

Το να συζητάς για τα χαμένα όνειρα είναι πλέον πολύ κλισέ. Όλη η κοινωνία σε δικαιολογεί, από την οικογένειά σου, ως ευρύτερους φιλικούς κύκλους, επαγγελματικά πηγαδάκια και συζητήσεις στα ΜΜΕ, όλα σε δικαιολογούν. Αισθάνεσαι ανακουφισμένος.

«Αφού τίποτα δε δουλεύει, λογικό είναι να μην πηγαίνει τίποτα σωστά και στη δική μου ζωή».


Κάτι όμως δεν πάει καλά σε αυτήν την πορεία σκέψης, κάτι είναι λάθος. Η ανάγκη να γίνει αυτή η σκέψη, να εξαχθεί αυτό το συμπέρασμα προέρχεται από την ανάγκη να δικαιολογηθούν οι πράξεις ή ακόμη καλύτερα, η έλλειψη αυτών. Πρόκειται λοιπόν για μια συγκάλυψη της πασίγνωστης τεμπελιάς;


...

Το ανθρώπινο είναι λίγο τεμπέλικο γένος. Εάν του εξασφαλίσεις φαΐ και ύπνο, με την φιλοσοφική έννοια, πρέπει να ιδρώσεις για να το πείσεις να εργαστεί για κάτι παραπάνω. Πρέπει να τεντωθείς, να αρχίσεις να χτυπιέσαι πάνω κάτω, να βγάλεις τα πνευμόνια σου φωνάζοντάς του «Να, εκεί είναι το όνειρό σου, τρέχα!». Και πάλι δηλαδή, σίγουρος ότι το κινητοποίησες μην είσαι.

Μπορείς βέβαια να το κοροϊδέψεις λιγουλάκι, να του δείξεις τη φωτογραφία από κανένα αστραφτερό μπιχλιμπιδένιο παλάτι σε απόσταση αναπνοής και ίσως καταφέρεις να το κάνεις να σηκωθεί από την καρέκλα του και να κινηθεί προς το παλάτι του. Γιατί εάν απλά το προσκαλέσεις, χαΐρι δε θα δεις, να του το χαρίσεις πρέπει. Αρχίζει να κινείται λοιπόν προς το παλάτι του, ξαφνικά το χαμένο του όνειρο ξεχνιέται, και τη θέση του παίρνει ένα άλλο, λιγότερο άπιαστο και περισσότερο άκοπο.

Φτάνει στο παλάτι εύκολα, μα εκεί δεν είναι τίποτα άλλο από μια φωτογραφία, επίπεδη κι ασήμαντη. Ανακτάς όμως τις ελπίδες σου, και αρχίζεις πάλι να χοροπηδάς πάνω κάτω φωνάζοντας πάλι «Κοίτα τι καλά που έκανες, τώρα είσαι πιο κοντά στο όνειρό σου, τρέχα!. Μα δυστυχώς αυτό επιλέγει να πάρει τη φωτογραφία, να γυρίσει πίσω στον καναπέ του και να την καδράρει στον τοίχο του.

Πόσες φορές δε δοκίμασες να το κοροϊδέψεις, μα αυτό εκεί, πεισμωμένο και ανόητο, έμενε στην φωτογραφία, την έβαζε σε κορνίζα, και την κορνίζα στον τοίχο. Μέχρι που να γεμίσουν οι τοίχοι, και να μην υπάρχει άλλος χώρος ούτε για φωτογραφίες ούτε για ψεύτικα όνειρα. Ίσως τότε να θελήσει να σηκωθεί για ένα από τα δικά του, τα αληθινά.



Όχι μεγάλα σπίτια, έχουν πολλούς τοίχους.