- Δείχνεις χάλια, μήπως είσαι κουρασμένη;
* Δε νιώθω κουρασμένη.
- Δεν κοιμήθηκες;
* Κοιμήθηκα. Πολύ.
- Ήπιες καφέ;
* Μόνο.
- Μήπως για αυτό; Έφαγες τίποτα;
* Δεν πεινάω.
- Πρέπει να φας κάτι.
* Μα δεν πεινάω.
- Μήπως είσαι άρρωστη;
* Δε νομίζω.
- Μήπως κουράζεσαι πολύ στη δουλειά;
* Απλώς δουλεύω.
- Μήπως τσακώθηκες με την κολλητή σου;
* Μα δεν είμαι παιδί, έχω απλώς φίλους.
- Μήπως δε βγαίνεις πολύ έξω;
* Δεν είμαι και άστεγη.
- Μήπως βαριέσαι;
* όχι, απλώς σου μιλάω.div>
- Μα δεν μπορεί! Δείχνεις χάλια
*Απλώς έτσι δείχνω.
Παρατηρώντας τον κόσμο προβληματίστηκα. Αναλύοντας τον κόσμο τρόμαξα. Μαθαίνοντας τον κόσμο εντυπωσιάστηκα. Στην προσπάθεια να τον αλλάξω με πιάσανε κάτι γέλια!!
Σάββατο 26 Οκτωβρίου 2013
Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013
Το χωριό, η αυλή και το αλάτι
Τα σπίτια ήταν κολλητά, ανήκανε βλέπετε σε αδέρφια. Ο αδερφός παντρεύτηκε τη γιαγιά μου και η αδερφή πουλήθηκε μισοτιμής σε κάποιον νεότερο που όταν τον γνώρισαν τα δικά μου μάτια είχε γίνει παπάς. Παπάδαρος κατά τη μητέρα μου, και η αλήθεια αυτή ήταν. Κουμουνιστής ο παπάδαρος από τους πιο σκληροπηρυνικούς στον εμφύλιο, είχε πάρει τα βουνά. Στα ύστερα τα χρόνια όμως του ‘λαχε λέει να τσακωθεί με αριστερό γεοκτήμονα για τα χωράφια και το ‘στριψε ο παπάδαρος. Δεξιός ομολογούσε μέχρι και που πέθανε. Στροφή μεγάλη θα μου πείτε αλλά δεν εκπλήσσομαι, οι κάτοικοι αυτού του χωριού διακρίνονται για τον αδύναμο χαρακτήρα τους και τον παντοδύναμο εγωισμό τους. Οπότε ο αρματωμένος αριστερός δράκος γίνεται εύκολα δεξιοφρονούντας αυταρχικός αφέντης.
Από παιδιά όμως άλλο τίποτα. Επτά νομίζω έκανε με την κύρα παπαδιά, ανακατωμένα, άλλα αγόρια άλλα κορίτσια. Δεν του βγήκαν όμως σόι και μεγάλη πίκρα κουβαλούσε πιστεύω μέχρι τα ξένοιαστα γεράματά του. Άλλος του φυγε στην Αμερική και όσο τον έβλεπα εγώ άλλο τόσο τον έβλεπε και αυτός, άλλος το ‘ριξε στο πιοτό και στις κουλές γυναίκες, και άλλη πήγε και παντρεύτηκε αριστερό!!! Μεγάλο το χτύπημα που δέχτηκε ο δράκος των βουνών, ποτέ του δεν της το συγχώρησε της Λενιώς. Το ξέρανε αυτό οι άλλες οι κόρες και το εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο. Μα τι; χαμένη να πάει η περιουσία του πατέρα τους; Κάθε καλοκαίρι το λοιπόν μαζεύονταν στο χωριό όλοι, κόρες, γιοί, εγγονοί και γαμπροί (οι δεξιοί και οι πράσινοι…τον κοκκινόμυαλο ούτε φυσιογνωμικά δεν τον είχα δει).
Το σπίτι στο χωριό διέθετε αυλή με μουριά περιωπής που τα καλοκαίρια προσέφερε παχύ ίσκιο σε ιδιοκτήτες και γείτονες. Ερχόντουσαν λοιπόν οι παπαδοπούλες στην αυλή μας για να πει η κάθε μία τον πόνο της. Συχνά βέβαια το προσωπικό τους δράμα ήταν απλώς η αφορμή για να πουν το προσωπικό τους παράπονο και να ρίξουν το κακιασμένο σχολιάκι τους.
Μόνιμη επισκέπτης της αυλής μας ήταν η κύρα παπαδιά η οποία με τα χρόνια είναι κουφαθεί εντελώς γεγονός που την έκανε ακόμη πιο εξωπραγματική παρέα. Αξίζει εδώ να σημειώσω ότι για την επίσκεψη της κύρα παπαδιάς εμείς δεν ήμασταν απαραίτητοι, αρκούσε η αυλή. Πόσες φορές θυμάμαι να σηκώνεται η μητέρα μου από το μεσημεριανό ύπνο και να βρίσκει την κύρα παπαδιά στην αυλή να κάθεται στην πλαστική λευκή πολυθρόνα με στερεωμένο το μπαστούνι στην ποδιά της και κλειστά τα μάτια. Κοιμόταν, σκεφτόταν, ποτέ δε θα μάθω. Και αυτές ήταν οι καλές οι μέρες, υπάρχαν φορές που δεν έφευγε ούτε το μεσημέρι. Έτρωγε σε μας… Το διατροφικό σήμα κατατεθέν της κύρα παπαδιάς ήταν οι βίδες (με σάλτσα)! Αφού και σήμερα όταν ακούω βίδα εκείνη σκέφτομαι.
Η κυρά παπαδιά δεν κουτσομπόλευε ποτέ γενικά και αόριστα, είχε στόχο: τα ‘χωνε κανονικότατα στον παπά με κάθε ευκαρία. Μάλλον τα βασανισμένα νεανικά χρόνια της νιόπαντρης παπαδιάς βρήκανε πρόσφορο έδαφος στα αποδυναμωμένα λογικά της και χυμήξανε καταπάνω στο βασανιστή της. Πάω στοίχημα ότι εάν βαστούσαν τα χέρια της θα του χώριζε το καλημαύχι στα δυο με το μαγγούρι της. Κρυφοτσιμπημένη η γιαγιά θαρρώ με τον παπάδαρο δυσανασχετούσε φανερά μπροστά στα τσουχτερά βέλη της παπαδιάς: «Μα να μιλάει έτσι για τον παπά της;» Όλοι οι υπόλοιποι πάντως τα καταφχαριστιόντουσαν αυτά τα σχόλια. Δε πα να ‘τανε ρασοφόρος και συγγενής, παπατράγο τον ανεβάζανε σατράπη τον κατεβάζανε. Ξεθυμένανε λοιπόν και αυτές χωρίς ενοχές, στα μουλωχτά ακούγοντας την παπαδιά να σιχτιρίζει. Εξάλλου όπως είπαμε τίποτα δεν διαταράσσει την υποκρισία αυτού του χωριού, τίποτα δε διαταράσσει την υποκρισία αυτής της αυλής.
Για να πούμε και του στραβού το δίκιο λοιπόν το κοτσομπολιό και οι κακίες έβρισκαν πρόσφορο έδαφος στην αυλή μας. Ο φράχτης χώριζε τις αυλές, όχι τις συνήθειες. Υπήρχαν και από δω κάτι κατάλληλα αυτιά ασορτί με κάτι κατάλληλες γλώσσες και η φάση απογειωνόταν. Τα από κει «κάτσε να σου πω και αυτό» ενωνόνταν με τα από δω «τραβάτε με και ας κλαίω» και έκλεινε το οχτάωρο. Οι θείες μου, παράπονο δεν έχω, το δουλεύανε καλά το κους κους, παραμπάρι πηγαίνανε με τις παπαδοπούλες. Εγώ φυσικά έστηνα αυτί για καθαρά κοινωνιολογικούς λόγους (αργότερα τον έμαθα τον ορισμό και τις επικίνδυνες προεκτάσεις του, τότε μάλλον το αντιμετώπιζα σαν θεατρική επιθεώρηση που με ψυχαγωγούσε αφάνταστα).
Γειτονιά όμως δε στήνεται μόνο με ένα γείτονα, έτσι και η δική μας η αυλή εκτός από παπαδιά και παπαδοπούλες είχε και Σωτηρούλα. Οι θειες μου, στα πλαίσια του προαναφερθέντος κοινωνικού σχολιασμού, λέγανε ότι η κυρα-Σωτηρούλα κακοτύχισε στο γάμο της. Ο άντρας της λέει σκοτώθηκε στα καράβια έξι μήνες μετά το γάμο, και έμεινε χήρα με ένα αγέννητο. Το αγέννητο βέβαια εγώ το γνώρισα ως ο κύρος Πασχάλης με τη χοντρούλα ψηλομήτα γυναίκα από τας Αθήνας.
Η κυρα-Σωτηρούλα ήταν ο ορισμός του κουτσουμπολιού και μεγάλη ανακατώστρα. Μπορούσε να κάθεται στο δρομάκι κάτω από την αυλή όρθια και να μιλάει με τις ώρες, την άκουγες δεν την άκουγες αυτή τα έλεγε. Και αφού στέρευαν τα νέα πήγαινε στο επόμενο σπίτι, στην επόμενη αυλή, ξανάλεγε τα ίδια εμπλουτισμένα βέβαια με ό,τι είχε αποκομίσει από τις προηγούμενες στάσεις της, μια αντίδραση, μια προσθήκη, ένα ραφινάρισμα τέλοσπάντων στο αρχικά ακατέργαστο νέο, όλα της χρησίμευαν μέχρι και το τι φαΐ μαγείρευες. Εάν πιανόταν όρθια ανέβαινε και στην αυλή επίσημα. Την έφτιαχνες καφέ και οπωσδήποτε παξιμαδάκι.
Εάν η κυρα-Σωτηρούλα είχε γεννηθεί καμιά πενηνταριά χρόνια νωρίτερα η Τατιάνα θα ‘τρωγε τη σκόνη της στα μεσημεριανά σπριντς. Αντ’ αυτού όμως έμεινε καθηλωμένη στο όπως είπαμε προηγουμένως υποκριτικό χωριό μας όπου οι όμοιοι της όντας κοινωνικά εξυπνότεροι την άφηναν να εκτίθεται για να απορρίψουν στο τέλος τη συμπεριφορά της ως ανώτεροι και «καλύτερης πάστας» άνθρωποι. Πλέον είμαι σίγουρη ότι το χωριό καλύτερο δε θα γινόταν εάν η κυρα-Σωτηρούλα αντί για μια κουτοπόνηρη πορτογύρω ήταν καθηγήτρια κοινωνιολογικής ηθικής στο ΕΚΠΑ.
Αλλά επειδή η πραγματικότητα ξεπερνάει συχνά όλες τις προσπάθειες εξορθολογισμού της, έφτανε η στιγμή που στην αυλή, κάτω από την αιωνόβια μουριά μας καθόντουσαν καμιά δεκαριά «πολύ κυρίες» και ωσάν κακοχορδισμένο μουσικό σύνολο παρήγαγαν κακής ποιότητας ήχους. Τσακωμούς για όταν η συζήτηση ερχότανε στα δικά τους, μέλια και συναδελφικές φανφάρες όταν η συζήτηση πήγαινε στους άλλους που εκείνη τη στιγμή δεν ήταν στην αυλή (παίζανε σε δίπλα θίασο). Με τα χρόνια κατάλαβα ότι η μεταπήδηση των θεμάτων δεν ήταν τυχαία. Ενστικτωδώς, το περίεργο αυτό σύνολο προστάτευε τη συνοχή του και την απαρτία του. Ευαίσθητα θέματα αποφεύγονταν, αιχμηρούτσικα σχόλια γίνονταν μόνο όταν το κλίμα ήταν καλό και συναδελφικό, ενώ οι δύσκολες συζητήσεις διαρκούσαν μόνο όσο το επέτρεπε η ομάδα.
Υπήρχαν όμως και φορές που οι κυρίες της αυλής χάνανε τον έλεγχο. Λες και κάποιες φορές ξεχνούσαν τον χρυσό κανόνα «δεν προσβάλουμε τους παρόντες» και χυμούσε η μία να φάει την άλλη. Φωνές, απειλητικά σηκώματα από τις καρέκλες, χειρονομίες, μάτια να βγάζουν σπίθες και γλώσσες να χύνουν φαρμάκι. Έβγαινε και η μάνα μου από το σπίτι, έβλεπε τη φάση κοτέτσι, έβλεπε και εμένα να παρατηρώ από μια γωνία «ρουφώντας τη γνώση», συννέφιαζε. Δε φτάνει που είχε χάσει το απογευματινό θαλάσσιο μπάνιο της εξαιτίας των μουσαφήρηδων , δε φτάνει που οι τόσες φωνές δεν την άφηναν να προσηλωθεί επαρκώς στο τελευταίο "Τεστ", θα «χαλούσαν» και το μονάκριβό της;
- "Σούλα, τι πάθατε βρε παιδί μου;" έλεγε απευθυνόμενη στην κουνιάδα της.
- "Τίποτα Μαίρη μου! Σε ανησυχήσαμε καλή μου ε;" απαντούσε η θεία, σαφώς ενοχλημένη από τη διακοπή.
Γυρνούσε η μάνα μου στο σπίτι μες στο νεύρο (γυρνούσα και εγώ σα βρεγμένη γάτα), έμπαινε στην κουζίνα, έπαιρνε το αλάτι και σκόρπιζε μια γερή ποσότητα πίσω από την πόρτα. Ακολουθούσε ένα σκούπισμα νευρικό και ένα χαμόγελο όλο υπονοούμενο προς το μέρος μου. Επέστρεφε στην αυλή και περίμενε…να δράσει το αλάτι.
Για να πούμε και του στραβού το δίκιο λοιπόν το κοτσομπολιό και οι κακίες έβρισκαν πρόσφορο έδαφος στην αυλή μας. Ο φράχτης χώριζε τις αυλές, όχι τις συνήθειες. Υπήρχαν και από δω κάτι κατάλληλα αυτιά ασορτί με κάτι κατάλληλες γλώσσες και η φάση απογειωνόταν. Τα από κει «κάτσε να σου πω και αυτό» ενωνόνταν με τα από δω «τραβάτε με και ας κλαίω» και έκλεινε το οχτάωρο. Οι θείες μου, παράπονο δεν έχω, το δουλεύανε καλά το κους κους, παραμπάρι πηγαίνανε με τις παπαδοπούλες. Εγώ φυσικά έστηνα αυτί για καθαρά κοινωνιολογικούς λόγους (αργότερα τον έμαθα τον ορισμό και τις επικίνδυνες προεκτάσεις του, τότε μάλλον το αντιμετώπιζα σαν θεατρική επιθεώρηση που με ψυχαγωγούσε αφάνταστα).
Γειτονιά όμως δε στήνεται μόνο με ένα γείτονα, έτσι και η δική μας η αυλή εκτός από παπαδιά και παπαδοπούλες είχε και Σωτηρούλα. Οι θειες μου, στα πλαίσια του προαναφερθέντος κοινωνικού σχολιασμού, λέγανε ότι η κυρα-Σωτηρούλα κακοτύχισε στο γάμο της. Ο άντρας της λέει σκοτώθηκε στα καράβια έξι μήνες μετά το γάμο, και έμεινε χήρα με ένα αγέννητο. Το αγέννητο βέβαια εγώ το γνώρισα ως ο κύρος Πασχάλης με τη χοντρούλα ψηλομήτα γυναίκα από τας Αθήνας.
Η κυρα-Σωτηρούλα ήταν ο ορισμός του κουτσουμπολιού και μεγάλη ανακατώστρα. Μπορούσε να κάθεται στο δρομάκι κάτω από την αυλή όρθια και να μιλάει με τις ώρες, την άκουγες δεν την άκουγες αυτή τα έλεγε. Και αφού στέρευαν τα νέα πήγαινε στο επόμενο σπίτι, στην επόμενη αυλή, ξανάλεγε τα ίδια εμπλουτισμένα βέβαια με ό,τι είχε αποκομίσει από τις προηγούμενες στάσεις της, μια αντίδραση, μια προσθήκη, ένα ραφινάρισμα τέλοσπάντων στο αρχικά ακατέργαστο νέο, όλα της χρησίμευαν μέχρι και το τι φαΐ μαγείρευες. Εάν πιανόταν όρθια ανέβαινε και στην αυλή επίσημα. Την έφτιαχνες καφέ και οπωσδήποτε παξιμαδάκι.
Εάν η κυρα-Σωτηρούλα είχε γεννηθεί καμιά πενηνταριά χρόνια νωρίτερα η Τατιάνα θα ‘τρωγε τη σκόνη της στα μεσημεριανά σπριντς. Αντ’ αυτού όμως έμεινε καθηλωμένη στο όπως είπαμε προηγουμένως υποκριτικό χωριό μας όπου οι όμοιοι της όντας κοινωνικά εξυπνότεροι την άφηναν να εκτίθεται για να απορρίψουν στο τέλος τη συμπεριφορά της ως ανώτεροι και «καλύτερης πάστας» άνθρωποι. Πλέον είμαι σίγουρη ότι το χωριό καλύτερο δε θα γινόταν εάν η κυρα-Σωτηρούλα αντί για μια κουτοπόνηρη πορτογύρω ήταν καθηγήτρια κοινωνιολογικής ηθικής στο ΕΚΠΑ.
Αλλά επειδή η πραγματικότητα ξεπερνάει συχνά όλες τις προσπάθειες εξορθολογισμού της, έφτανε η στιγμή που στην αυλή, κάτω από την αιωνόβια μουριά μας καθόντουσαν καμιά δεκαριά «πολύ κυρίες» και ωσάν κακοχορδισμένο μουσικό σύνολο παρήγαγαν κακής ποιότητας ήχους. Τσακωμούς για όταν η συζήτηση ερχότανε στα δικά τους, μέλια και συναδελφικές φανφάρες όταν η συζήτηση πήγαινε στους άλλους που εκείνη τη στιγμή δεν ήταν στην αυλή (παίζανε σε δίπλα θίασο). Με τα χρόνια κατάλαβα ότι η μεταπήδηση των θεμάτων δεν ήταν τυχαία. Ενστικτωδώς, το περίεργο αυτό σύνολο προστάτευε τη συνοχή του και την απαρτία του. Ευαίσθητα θέματα αποφεύγονταν, αιχμηρούτσικα σχόλια γίνονταν μόνο όταν το κλίμα ήταν καλό και συναδελφικό, ενώ οι δύσκολες συζητήσεις διαρκούσαν μόνο όσο το επέτρεπε η ομάδα.
Υπήρχαν όμως και φορές που οι κυρίες της αυλής χάνανε τον έλεγχο. Λες και κάποιες φορές ξεχνούσαν τον χρυσό κανόνα «δεν προσβάλουμε τους παρόντες» και χυμούσε η μία να φάει την άλλη. Φωνές, απειλητικά σηκώματα από τις καρέκλες, χειρονομίες, μάτια να βγάζουν σπίθες και γλώσσες να χύνουν φαρμάκι. Έβγαινε και η μάνα μου από το σπίτι, έβλεπε τη φάση κοτέτσι, έβλεπε και εμένα να παρατηρώ από μια γωνία «ρουφώντας τη γνώση», συννέφιαζε. Δε φτάνει που είχε χάσει το απογευματινό θαλάσσιο μπάνιο της εξαιτίας των μουσαφήρηδων , δε φτάνει που οι τόσες φωνές δεν την άφηναν να προσηλωθεί επαρκώς στο τελευταίο "Τεστ", θα «χαλούσαν» και το μονάκριβό της;
- "Σούλα, τι πάθατε βρε παιδί μου;" έλεγε απευθυνόμενη στην κουνιάδα της.
- "Τίποτα Μαίρη μου! Σε ανησυχήσαμε καλή μου ε;" απαντούσε η θεία, σαφώς ενοχλημένη από τη διακοπή.
Γυρνούσε η μάνα μου στο σπίτι μες στο νεύρο (γυρνούσα και εγώ σα βρεγμένη γάτα), έμπαινε στην κουζίνα, έπαιρνε το αλάτι και σκόρπιζε μια γερή ποσότητα πίσω από την πόρτα. Ακολουθούσε ένα σκούπισμα νευρικό και ένα χαμόγελο όλο υπονοούμενο προς το μέρος μου. Επέστρεφε στην αυλή και περίμενε…να δράσει το αλάτι.
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)