Στο διπλανό τραπέζι κάθονται δύο γυναίκες, καπνίζουν, πίνουν κόκκινο κρασί και τσιμπολογάνε φτηνούς ξηρούς καρπούς. Η σερβιτόρα τις πλησιάζει κάθε 5 λεπτά, φανερά αγχωμένη μήπως δε δει το σινιάλο τους. Είτε η σερβιτόρα είναι φιλότιμη και νέα στη δουλειά, είτε είναι παλιά, με γκρινιάρικο αφεντικό και τσιτωμένη πελατεία. Θα πόνταρα στο δεύτερο...
Οι γυναίκες συζητούν δυνατά, προφανώς αδιαφορούν αν τις ακούω, ίσως και να το θέλουν, μπορεί έτσι να αισθάνονται σημαντικές. Άραγε στο σπίτι τους τις ακούει κανείς; Μακάρι να μπορούσα να τις ρωτήσω, αλλά μοιάζουν τόσο αφοσιωμένες η μία στην άλλη. Καπνίζουν άραγε ή όχι; Δεν βλέπω τα σύνεργα πάνω στο τραπέζι, μάλλον όχι. Είναι εντυπωσιακό, δεν κοιτούν καν το κινητό τους. Πόσο τις ζηλεύω!
Η σερβιτόρα τις πλησιάζει πάλι, μα δε βλέπει ότι δε χρειάζονται τίποτα. Έτσι μου έρχεται να τη φωνάξω εγώ να τη βγάλω από την αναμονή.
— Εντάξει όλα, μήπως χρειάζεστε τίποτα;
— Όχι, ευχαριστώ πολύ.
Μα καλά στο μυαλό μου είναι; Σίγουρα το δεύτερο.
Στο μπαρ κάθεται ένας κουστουμαρισμένος. Δείχνει μεγάλη προσήλωση στο ποτό του, είτε σκέφτεται, είτε δείχνει ότι σκέφτεται. Ας κάνω ότι τον πιστεύω να μην τον πληγώσω. Μπορεί να είναι δικηγόρος που ήρθε να πιει το ποτό του και να χαλαρώσει μετά τη δουλειά. Ευτυχώς που είδα μερικά επεισόδια Suits και ξέρω τι μου γίνεται. Άραγε ο αυτοσαρκασμός ισχύει όταν δεν τον ακούει κανείς; Θα το σκεφτώ άλλη ώρα. Μα πού κοιτάει; Α μάλιστα, τώρα κατάλαβα τι σκέφτεται ο κουστουμαρισμένος. Είναι τουλάχιστον ειλικρινής.
Ωπ! Νάτο και το κοκτέιλ ιστορία. Φωτιά, πρασινάδα και λεμονόφλουδα. Ωραίος ο μπάρμαν, και δεν του το χα. Πριν 1 λεπτό θα ορκιζόμουν ότι αποτελεί την φθηνότερη επιλογή του ιδιοκτήτη για το ρόλο του «αυτός που αδειάζει μπουκάλια σε ποτήρια διαφορετικού σχήματος». Ζήλεψα τώρα, ένα κοκτέιλ θα ήταν μια καλή ιδέα. Δε μου αρέσει να παραγγέλνω κοκτέιλ, τις περισσότερες φορές έχουν ονόματα που με κάνουν να αισθάνομαι γελοία όταν τα παραγγέλνω.
Το κοκτέιλ τελικά προοριζόταν για την κυρία στο πιο απομονωμένο τραπέζι του μαγαζιού. Δεν μπορώ να δω πολύ καλά αλλά η συντροφιά της μοιάζει τουλάχιστον 2 δεκαετίες νεώτερη. Γιος; Με κατακόκκινο κραγιόν και αντίστοιχου χρώματος γυαλιά; Όχι βέβαια. Κυρία. Το κοκτέιλ ήταν τελικά για εκείνον. Χαμένο πήγε, η ηλικία του δεν εκτιμά τα κοκτέιλ, δεν τα καταλαβαίνει. Δεν πειράζει. Κάποια στιγμή θα μεγαλώσει, θα εκτιμήσει τα κοκτέιλ, και θα θυμάται πάντα την κυρία με τα κόκκινα γυαλιά που του τα έμαθε.
— Εεε! Ακούς ή στον τοίχο μιλάω τόση ώρα; Σου λέω για το Χριστουγεννιάτικο τραπέζι φέτος, για όλα τα ψώνια που πρέπει να κάνουμε, για τους συγγενείς που πρέπει να δούμε. Με προσέχεις;
— Ναι καλέ. Αυτά σκεφτόμουν κι εγώ. Συνέχισε....