Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα ιστορίες. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 16 Ιανουαρίου 2021

Η φίλη

Κυριακή μεσημέρι, καλεσμένοι σε φιλικό αγαπημένο σπίτι με παιδιά, σκυλιά, φωνές, καφέδες στην καφετιέρα, γλυκά στο ψυγείο και μυρωδιές που προμηνύουν γεύμα κολασμένο και αξιομνημόνευτο. 

Η φίλη χαμογελαστή, χαμογελάει όμως μόνο με τα χείλη, το βλέμμα σκοτεινό. Στο πιάνο φωτογραφίες από τον πατέρα της, το ίδιο βλέμμα και αυτός. Μοιάζουν.

Η μικρή στον δικό της πατέρα, είναι το δικό του Σαββατοκύριακο. Η φίλη ανασαίνει με κόπο, προσπαθεί να απασχολεί τον εαυτό της με τυχαίες μικροδουλειές, να έχει κάτι να χαζεύει το μυαλό για να μη σκέφτεται, η σκέψη φέρνει πόνο και τον πόνο για να τον απολαύσεις θες χρόνο. Χρόνο δεν έχει, φοβάται.  

Τα φαγητά εξαιρετικά, τρία τραπέζια στη σειρά, ευχές για το μέλλον, χαμόγελα, τσουγγρίσματα, τυπικές συζητήσεις, αθώες ανταλλαγές συναισθημάτων. Πολλά λόγια, ιστορίες από το παρελθόν, παλιοί γνωστοί. Άνθρωποι. Τελειωσε το ρολό της πιατέλας, ήταν όντως το καλύτερο πιάτο. Επιβεβαίωση. Έρχεται περισσότερο από την πηγή, η κουζίνα δεν απογοητεύει ποτέ. 

Η φίλη κοιτάει πότε την πιατέλα με τα τυριά, πότε το κινητό της. Την πιατέλα την αγαπάει, τα τυριά τα έκοψε και τα σέρβιρε η ίδια. Το κινητό  το φοβάται, έχει δόντια και δαγκώνει. Τα τυριά  πολλά και διαφορετικά, τυρί δεν είναι μόνο η φέτα. Αγγίζει το κινητό και η οθόνη του φωτίζεται, εμφανίζεται η ίδια με τη μικρή, η φίλη κοιτάει κάτω και χαμογελάει με το βλέμμα, ξεχνιέται. Η πιατέλα της θυμίζει μια ζωή μακρινή στο χώρο και στο χρόνο, μια ζωή με ξανθά μακριά μαλλιά. Το κινητό ξαναφωτίζεται, μόνο του αυτή τη φορά, ορκίζομαι ότι κανείς δεν το άγγιξε, κανείς δεν το πείραξε. Δοκιμάζουμε από τα τυριά - το μαχαίρι μοιάζει με γλώσσα φιδιού, διχαλωτό στην άκρη, χίλιες φορές της μαρμελάδας. Το κινητό πήρε ζωή, σήκωσε το κεφάλι του, έβγαλε ένα συριγμό, χύμηξε πάνω στη φίλη και τη δάγκωσε. Δοκιμάσαμε όλοι από τα τυριά, η φίλη όμως ήταν πια αλλού για να της το πούμε, το δηλητήριο την πρόλαβε.     

Παρασκευή 30 Δεκεμβρίου 2016

Τι μπορεί να κάνει ένας άντρας που αποφασίζει ότι θέλει να βρει τη σύντροφο της ζωής του εδώ και τώρα;

Όταν η ψυχοσύνθεση του ανθρώπου είναι απλή, και οι προθέσεις του ξεκάθαρες οι καλύτερες ιστορίες προκύπτουν αβίαστα έστω και χωρίς το χολιγουντιανό τέλος.

Γύρω λοιπόν από ένα τραπέζι με αχνιστά ψητά και κρασί, ο Μήτσος μας ομολογεί τα παρακάτω.

Πήγαινε μια μέρα στη δουλειά του, επαγγελματίας οδηγός ο Μήτσος και μάλιστα από τους πιο ευσυνείδητους, και βλέπει την Αλέκα και θαμπώνεται. Δασκάλα η Αλέκα στο δημοτικό σχολείο της γειτονιάς, και το απόλυτο όνειρο για τον Μήτσο ο οποίος το έχει βάλει σκοπό της ζωής του να τα φτιάξει με δασκάλα. Στο γιατί δεν έχει απάντηση, και δε μοιάζει να τον πολυνοιάζει, οπότε το δεχόμαστε κι όλοι οι υπόλοιποι και ψάχνουμε στα κινητά μας για Friends that work on Teaching μπας και τον κάνουμε να αλλάξει γνώμη για την τεχνολογία. Αδύνατο.

Της αφήνει τριαντάφυλλο στο αμάξι της έξω από τη δουλειά της. Ανώνυμα όμως και στα κρυφά. Δε μένει όμως εκεί, τη σταματάει στο δρόμο και της εκφράζει το θαυμασμό του, μαζί με την επιθυμία του να ‘βγουν για καφέ’ να γνωριστούνε. Η κοπέλα ξαφνιάζεται, και πάλι καλά δηλαδή που έμεινε στο ξάφνιασμα και δεν άρχισε να καλεί σε βοήθεια. Φαντάζεστε τώρα να κατεβαίνετε αμέριμνοι την Πατησίων και να σου έρχεται ο άγνωστος θαυμαστής να σου πει τι κομψά που ντύνεσαι και τι ωραία περπατάς στο πεζοδρόμιο; Πανικοβάλλεσαι, το βάζεις στα πόδια, και καλείς και το όργανο τσιριχτά. Ευτυχώς ο Μήτσος δραστηριοποιείται στην επαρχία και τη γλίτωσε. Η κοπέλα βέβαια, αν και καταγοητεύτηκε, δεν του έκανε το χατίρι και για καφέ δε βγήκανε.

Δεν τα παρατάει όμως ο Μήτσος. Ανοίγει τηλεφωνικούς καταλόγους – εννοείται χάρτινους μιας και όπως είπαμε δεν το έχει καθόλου με την τεχνολογία – ρωτάει γνωστούς και φίλους και μαθαίνει επιτέλους το ονοματεπώνυμο της Αλέκας. Μαθαίνει όμως ότι ο πατήρ της Αλέκας είναι δικηγόρος. Και αφού τον έκανε τον κόπο και τη βρήκε την πληροφορία κάπως έπρεπε να την αξιοποιήσει.

Παίρνει λοιπόν από το περίπτερο μια δήλωση του νόμου 105 και αρχίζει την συγγραφή: «Εγώ ο Μήτσος Μπαγασόπουλος διεύθυνση τάδε, τηλέφωνο τάδε, δηλώνω υπεύθυνα ότι ...μου αρέσεις...μπλα μπλα..θέλω να σε γνωρίσω ... μπλα ...». Παίρνει τη συμπληρωμένη δήλωση και πάει στο ΚΕΠ του δημαρχείου για επικύρωση του γνήσιου της υπογραφής. Ήταν και ο καιρός των κινητοποιήσεων, και είχαν μαζευτεί οι αγρότες στο δημαρχείο να διαμαρτυρηθούν, οι υπάλληλοι ‘στα κάγκελα’, μες στην αγανάκτηση. Η υπάλληλος σε έξαλλη κατάσταση στρέφεται κάποια στιγμή προς το Μήτσο:

- Tι θες εσύ;

- Όχι, όχι τίποτα. Δε θέλω να σας φάω το χρόνο, εγώ μια σφραγίδα θέλω σε αυτό εδώ. Λέει ο Μήτσος, και της δίνει την υπεύθυνη δήλωση.

Διαβάζει η υπάλληλος την υπεύθυνη δήλωση του Μήτσου, γουρλώνει τις αγριοματάρες της, στρέφεται προς τον Μήτσο και σε μια κατάσταση ενθουσιασμού και έκπληξης του εκμυστηρεύεται ότι στα 30 χρόνια υπηρεσίας της τέτοια δήλωση δεν ξαναείδε. Άμεσα, με θέληση και αποφασιστικότητα, γαζώνει τη δήλωση του Μήτσου με σφραγίδες, και μέσα στον ενθουσιασμό βουτάει το Μήτσο από το μπράτσο και τον σούρνει έξω από το γραφείο και μέσα στο ασανσέρ με προορισμό το γραφείο του δημάρχου. Μάταια προσπαθούσε ο Μήτσος να αποφύγει την επίσκεψη στο δήμαρχο· στο τέλος η δήλωσή του έφερε την υπογραφή και τη σφραγίδα του δημάρχου.

Το σίγουρο είναι ότι η υπάλληλος το απόγευμα πήγε σπίτι της με χαμόγελο, ο δήμαρχος με μια ενδιαφέρουσα ιστορία για το βραδινό τραπέζι και ο Μήτσος με τη δήλωση στο χέρι που μόνο το βουλοκέρι της έλειπε.

Τις επόμενες μέρες ο Μήτσος βρίσκει την αδερφή της Αλέκας και της δίνει ένα φάκελο για την αδερφή της.

...

Αφιερωμένο στην αμεσότητα, στις ξεκάθαρες προθέσεις και στην φαντασία, που όταν συνεργάζονται μας δίνουν Μήτσους για να αλατίζουν τη ζωή.

Υ.Γ. Μα ούτε για ένα καφέ βρε Αλέκα;

Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Η Αυγουστίνα

Το όνομά της ήταν Αυγουστίνα και είχε γεννηθεί σε ένα τυπικό ελληνικό χωριό, απομονωμένο ως τη δεκαετία του ογδόντα και πλέον αντισυμβατικός τουριστικός προορισμός. Τα παιδικά της χρόνια δεν τα θυμάται, το μόνο που ξέρει είναι ότι επιβίωσε και αυτό τα λέει όλα.

Παντρεύτηκε αργά. Όπως έλεγε η ίδια, «προτιμάω τις δουλειές του βουνού από τις δουλειές του κατωγιού» εννοώντας το μέλημα του νοικοκυριού που αναγκαστικά έπεφτε εξολοκλήρου στους ώμους κάθε παντρεμένης γυναίκας του χωριού.

Παιδιά έκανε πέντε, κι αν την έπαιρναν τα χρόνια θα έκανε κι άλλα. Στην εποχή της όμως τα 40 ήταν τα πρώτα γεράματα. Οι γυναίκες γινόντουσαν στα μάτια όλων «γιαγιές», περιόριζαν ακόμη περισσότερο τις δραστηριότητές τους εντός του σπιτιού, αλλάζανε τον τρόπο που φορούσαν το μαντήλι τους και περίμεναν το θάνατο με την ελπίδα να προλάβουν πρώτα κάνα γάμο παιδιού και κάνα βαφτήσι αγγονιού.

Δεν της ήρθανε όμως όπως τα υπολόγιζε τα πράγματα, και η κα. Αυγουστίνα πάτησε τα 90, έχοντας παντρέψει παιδιά, βαφτίσει αγγόνια, κηδέψει σύζυγο...και το μισό χωριό. Έφτασε η μέρα που το χωριό της της φαινόταν ξένο, οι άνθρωποι δε μένανε πια εκεί, το επισκέπτονταν μόνο τα Σαββατοκύριακα γιατί είχε λέει «ωραίο πράσινο». Ανάθεμα κι αν καταλάβαινε τι εννοούσαν, εκείνη θυμάται ένα ωραίο πράσινο φόρεμα που φόρεσε στο γάμο της κόρης της πριν 30 χρόνια. Εκείνο μάλιστα, ήτανε ωραίο πράσινο.

Είχε πλέον και κάτι προβλήματα υγείας, λίγο το στομάχι της, λίγο η καρδιά της λίγο κάτι άλλα που δεν κατάφερνε να συγκρατήσει όσες φορές και εάν της τα επαναλάμβανε η κόρη της. Αναγκάστηκε να αφήσει το χωριό της.

Αρχικά την φιλοξένησε η κόρη της, κρεβάτι καινούριο μονό στο ίδιο δωμάτιο με το αγγόνι της. «Ε όχι και να αναπνέει το αγγόνι της τα γηρατειά της». Απαίτησε και το κρεβάτι της μεταφέρθηκε στο σαλόνι. Δεν είχε μάθει έτσι η κα. Αυγουστίνα, η αξιοπρέπειά της πληγωνόταν κάθε φορά που έπρεπε να σηκωθεί από το κρεβάτι με τη νυχτικιά, κάθε φορά που έπρεπε να απαντήσει στο επίμονο χτύπημα της πόρτας του μπάνιου δείγμα ότι είχε πάλι καθυστερήσει, κάθε φορά που την έπαιρνε ο ύπνος στην πολυθρόνα και την ξυπνούσε το αγγόνι της, κάθε φορά, κάθε μέρα, συνέχεια.

Στη συνέχεια πήγε στο γιό της. Παράπονο από τη νύφη της δεν είχε, αλλά τόση ευγένεια και τυπικότητα δεν την άντεχε, δεν την καταλάβαινε. Έφυγε.

Ζήτησε να τη βάλουν σε ένα γηροκομείο. Λεφτά είχε στην άκρη, εάν ο θεός αποφάσιζε να την πάρει μέσα στην επόμενη τριετία τότε θα της έφταναν, διαφορετικά ας κανόνιζε εκείνος για το μέλλον της. Συχνά θύμωνε, με το θεό, με τους γιατρούς, με τον άντρα της, δεν μπορεί, κάποιος έφταιγε για την κατάντια της. Θυμόταν το χωριό της.

Μπήκε στο γηροκομείο, φροντίδα παγερή, τυπική και άβολη, αλλά καθημερινή και αυτονόητη.

...

Το έλεγαν οι κανόνες, μπαλκόνι δεν υπήρχε, παράθυρο. Το γηροκομείο είχε πρόσοψη σε πολυσύχναστο δρόμο και τις ώρες που δεν την «φρόντιζαν» άκουγε τον ήχο των αυτοκινήτων (κόρνες, φρεναρίσματα, τσακωμούς, μακροσκελή και επιβλητικά φρρρρ). Ρωτούσε πάντα τις κυρίες με τις ροζ ρόμπες που την φρόντιζαν εάν θα μπορούσαν να τη μεταφέρουν σε ένα δωμάτιο στο ισόγειο – θα ήθελε να μπορεί να βλέπει το δρόμο και όχι μόνο να τον ακούει.

«Μα εδώ είσαι καλύτερα γιαγιά, αναπνέεις λιγότερα καυσαέρια.» αντέτειναν οι ροζ κυρίες. Δεν είχε όμως τα κουράγια να τους πει ότι τα δικά της τα πνευμόνια ήταν καλύτερα από τα δικά τους γιατί όλη της τη ζωή ανέπνεε καθαρό αέρα βουνού. Θυμήθηκε το χωριό της.

Οι παρακλήσεις της δεν έβρισκαν ανταπόκριση, όχι γιατί ήταν παράλογες απλώς γιατί η ικανοποίησή τους δεν προβλεπόταν στους κανονισμούς.

Ασανσέρ υπήρχε αλλά το φοβόταν, χειρότερο από ένα δωμάτιο στον τρίτο όροφο με ένα μοναδικό παράθυρο είναι σίγουρα ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρο ανάμεσα σε ορόφους. Κάθε μέρα έβαζε το μαντήλι της, τυλιγόταν στην ρόμπα της και ξεκινούσε αποφασισμένη να φτάσει στο ισόγειο για να δει τα αυτοκίνητα. Τα βήματά της τελικά τη φέρνανε μπροστά στην πόρτα του ασανσέρ, εκεί σταματούσε, πατούσε το κουμπί, περίμενε. Το ορθογώνιο τζαμάκι της πόρτας του ασανσέρ φωτιζόταν σταδιακά, και τελικά άκουγε τον χαρακτηριστικό ήχο που κάνει το ασανσέρ όταν φτάνει στον προορισμό του. Ποτέ όμως δεν άνοιγε την πόρτα, περίμενε μέχρι να ξανασβήσει το τζαμάκι και επέστρεφε στο δωμάτιό της. Η τελετουργία του ασανσέρ συνεχίστηκε για βδομάδες μέχρι που την πήρε χαμπάρι κάποια ροζ κυρία και την επόμενη μέρα της πρότεινε να την κατεβάσει η ίδια μέχρι το ισόγειο. Ντροπιασμένη κάπως η Αυγουστίνα που της είχαν ανακαλύψει την αδυναμία, δέχτηκε απρόθυμα να κατέβει με συνοδεία ως το ισόγειο. Η ροζ κυρία την άφησε στα δερμάτινα καναπεδάκια των επισκεπτών λέγοντάς της ότι θα γυρίσει σύντομα να την πάει πίσω στο δωμάτιό της.

Η Αυγουστίνα τράβηξε ίσια στην έξοδο, εξάλλου δεν της είχανε πει το αντίθετο. Βγαίνοντας έξω κατάλαβε τι εννοούσε η ροζ κυρία για τα καυσαέρια. Ατμόσφαιρα αποπνικτική, αλλά τόσοι μα τόσοι ήχοι. Στο χωριό άκουγε μόνο την ησυχία. Βάλθηκε να βρει ένα πρόχειρο κάθισμα, η μέση της δεν ήταν πλέον για πολλά πολλά. Στο χωριό θα είχε κάτσει κάτω στο χώμα, αλλά τώρα το να κάτσει κάτω στο πεζοδρόμιο της φαινότανε σαν κάποια μορφής παρανομία. Θυμήθηκε το χωριό της.

Μια ροζ κυρία την πλησίασε ακουμπώντας πίσω της μια καρέκλα. Ήταν η ίδια κυρία που την είχε βοηθήσει με το ασανσέρ. Η Αυγουστίνα κάθισε νιώθοντας ταυτόχρονα ντροπή και ευγνωμοσύνη, αλλά πριν προλάβει να πει λέξη, η ροζ κυρία της έριξε ένα χαμόγελο όλο νόημα και έφυγε. Η Αυγουστίνα ήξερε καλά ότι όταν οι ψυχές τα βρίσκουν, οι λέξεις περισσεύουν.

...

Κόσμος πολύς. Άλλους τους παρατηρούσε με προσοχή μέχρι να εξαφανιστούν, και άλλους τους άφηνε να περνάνε. Θυμήθηκε ένα ενυδρείο που είχε η νύφη της. Έτσι χάζευε και το αγγόνι της τα χρυσόψαρα. Και τι πρόβλημα έχουν τα ψάρια σκέφτηκε, αυτά ζούνε μια χαρά στον κόσμο τους, στη γυάλα τους, στο ενυδρείο τους. Το πρόβλημα είναι δικό μας που το ξέρουμε. Αχ πόσο θα ‘θελε να ήταν κι αυτή στο δικό της τώρα ενυδρείο, στη δική της γυάλα, στο χωριό της. Δε πα να τη λυπόντουσαν όλοι οι πολύξεροι; με τίποτα δε θα την αντάλλασσε την ταπεινή της καθημερινότητα.

Καλημέρισε ένα ζευγάρι γελαστά μάτια, αλλά δεν πήρε απάντηση. Τα γελαστά μάτια δεν πάνε πάντοτε παρέα με τα γλυκομίλητα χείλη. Το ‘ξερε αυτό. Ένα πιτσιρίκι της χαιρέτησε μέσα από το κλειστό παράθυρο ενός αυτοκίνητο. Τα αρθριτικά της δεν της επιτρέψανε να σηκώσει το χέρι της έγκαιρα για να του ανταποδώσει το χαιρετισμό, πρόλαβε όμως να του χαμογελάσει. Σκέφτηκε ότι στο χωριό της θα προλάβαινε. Ποιο αυτοκίνητο θα μπορούσε να περάσει με τέτοια ταχύτητα το χωματένιο δρομάκι μπροστά από το χαγιάτι της;

...

Σε λίγο ήρθε πάλι η ροζ κυρία. Την ακολούθησε αδιαμαρτύρητα μέχρι το δωμάτιό της. Πρέπει να κοιμήθηκε αμέσως, δε θυμάται καν να καληνυχτίζει την νέα της φίλη.

...

Την άλλη μέρα ξύπνησε στο χωριό της, στο σπίτι της, στο κρεβάτι της. Μύρισε φουσκί, πρωινή δροσιά και καμένο ξύλο. Άκουσε τα λυκίσια ουρλιαχτά των σκύλων και τα σουρσίματα των ζώων στα κατάφυτα χώματα. Σηκώθηκε ξέγνοιαστη, αέρινη, ευτυχισμένη.

...

«Το χειρότερο που θα με βρει εκεί είναι ο θάνατος. Το καλύτερο που μπορεί να με βρει εδώ είναι το ίδιο.» έλεγε το σημείωμα που βρήκε η ροζ κυρία δίπλα στο άδειο κρεβάτι της Αυγουστίνας στο γηροκομείο.

Δευτέρα 14 Οκτωβρίου 2013

Το χωριό, η αυλή και το αλάτι

Τα σπίτια ήταν κολλητά, ανήκανε βλέπετε σε αδέρφια. Ο αδερφός παντρεύτηκε τη γιαγιά μου και η αδερφή πουλήθηκε μισοτιμής σε κάποιον νεότερο που όταν τον γνώρισαν τα δικά μου μάτια είχε γίνει παπάς. Παπάδαρος κατά τη μητέρα μου, και η αλήθεια αυτή ήταν. Κουμουνιστής ο παπάδαρος από τους πιο σκληροπηρυνικούς στον εμφύλιο, είχε πάρει τα βουνά. Στα ύστερα τα χρόνια όμως του ‘λαχε λέει να τσακωθεί με αριστερό γεοκτήμονα για τα χωράφια και το ‘στριψε ο παπάδαρος. Δεξιός ομολογούσε μέχρι και που πέθανε. Στροφή μεγάλη θα μου πείτε αλλά δεν εκπλήσσομαι, οι κάτοικοι αυτού του χωριού διακρίνονται για τον αδύναμο χαρακτήρα τους και τον παντοδύναμο εγωισμό τους. Οπότε ο αρματωμένος αριστερός δράκος γίνεται εύκολα δεξιοφρονούντας αυταρχικός αφέντης.

Από παιδιά όμως άλλο τίποτα. Επτά νομίζω έκανε με την κύρα παπαδιά, ανακατωμένα, άλλα αγόρια άλλα κορίτσια. Δεν του βγήκαν όμως σόι και μεγάλη πίκρα κουβαλούσε πιστεύω μέχρι τα ξένοιαστα γεράματά του. Άλλος του φυγε στην Αμερική και όσο τον έβλεπα εγώ άλλο τόσο τον έβλεπε και αυτός, άλλος το ‘ριξε στο πιοτό και στις κουλές γυναίκες, και άλλη πήγε και παντρεύτηκε αριστερό!!! Μεγάλο το χτύπημα που δέχτηκε ο δράκος των βουνών, ποτέ του δεν της το συγχώρησε της Λενιώς. Το ξέρανε αυτό οι άλλες οι κόρες και το εκμεταλλεύτηκαν στο έπακρο. Μα τι; χαμένη να πάει η περιουσία του πατέρα τους; Κάθε καλοκαίρι το λοιπόν μαζεύονταν στο χωριό όλοι, κόρες, γιοί, εγγονοί και γαμπροί (οι δεξιοί και οι πράσινοι…τον κοκκινόμυαλο ούτε φυσιογνωμικά δεν τον είχα δει). 

Το σπίτι στο χωριό διέθετε αυλή με μουριά περιωπής που τα καλοκαίρια προσέφερε παχύ ίσκιο σε ιδιοκτήτες και γείτονες. Ερχόντουσαν λοιπόν οι παπαδοπούλες στην αυλή μας για να πει η κάθε μία τον πόνο της. Συχνά βέβαια το προσωπικό τους δράμα ήταν απλώς η αφορμή για να πουν το προσωπικό τους παράπονο και να ρίξουν το κακιασμένο σχολιάκι τους.

 Μόνιμη επισκέπτης της αυλής μας ήταν η κύρα παπαδιά η οποία με τα χρόνια είναι κουφαθεί εντελώς γεγονός που την έκανε ακόμη πιο εξωπραγματική παρέα. Αξίζει εδώ να σημειώσω ότι για την επίσκεψη της κύρα παπαδιάς εμείς δεν ήμασταν απαραίτητοι, αρκούσε η αυλή. Πόσες φορές θυμάμαι να σηκώνεται η μητέρα μου από το μεσημεριανό ύπνο και να βρίσκει την κύρα παπαδιά στην αυλή να κάθεται στην πλαστική λευκή πολυθρόνα με στερεωμένο το μπαστούνι στην ποδιά της και κλειστά τα μάτια. Κοιμόταν, σκεφτόταν, ποτέ δε θα μάθω. Και αυτές ήταν οι καλές οι μέρες, υπάρχαν φορές που δεν έφευγε ούτε το μεσημέρι. Έτρωγε σε μας… Το διατροφικό σήμα κατατεθέν της κύρα παπαδιάς ήταν οι βίδες (με σάλτσα)! Αφού και σήμερα όταν ακούω βίδα εκείνη σκέφτομαι. 

Η κυρά παπαδιά δεν κουτσομπόλευε ποτέ γενικά και αόριστα, είχε στόχο: τα ‘χωνε κανονικότατα στον παπά με κάθε ευκαρία. Μάλλον τα βασανισμένα νεανικά χρόνια της νιόπαντρης παπαδιάς βρήκανε πρόσφορο έδαφος στα αποδυναμωμένα λογικά της και χυμήξανε καταπάνω στο βασανιστή της. Πάω στοίχημα ότι εάν βαστούσαν τα χέρια της θα του χώριζε το καλημαύχι στα δυο με το μαγγούρι της. Κρυφοτσιμπημένη η γιαγιά θαρρώ με τον παπάδαρο δυσανασχετούσε φανερά μπροστά στα τσουχτερά βέλη της παπαδιάς: «Μα να μιλάει έτσι για τον παπά της;» Όλοι οι υπόλοιποι πάντως τα καταφχαριστιόντουσαν αυτά τα σχόλια. Δε πα να ‘τανε ρασοφόρος και συγγενής, παπατράγο τον ανεβάζανε σατράπη τον κατεβάζανε. Ξεθυμένανε λοιπόν και αυτές χωρίς ενοχές, στα μουλωχτά ακούγοντας την παπαδιά να σιχτιρίζει. Εξάλλου όπως είπαμε τίποτα δεν διαταράσσει την υποκρισία αυτού του χωριού, τίποτα δε διαταράσσει την υποκρισία αυτής της αυλής.

 Για να πούμε και του στραβού το δίκιο λοιπόν το κοτσομπολιό και οι κακίες έβρισκαν πρόσφορο έδαφος στην αυλή μας. Ο φράχτης χώριζε τις αυλές, όχι τις συνήθειες. Υπήρχαν και από δω κάτι κατάλληλα αυτιά ασορτί με κάτι κατάλληλες γλώσσες και η φάση απογειωνόταν. Τα από κει «κάτσε να σου πω και αυτό» ενωνόνταν με τα από δω «τραβάτε με και ας κλαίω» και έκλεινε το οχτάωρο. Οι θείες μου, παράπονο δεν έχω, το δουλεύανε καλά το κους κους, παραμπάρι πηγαίνανε με τις παπαδοπούλες. Εγώ φυσικά έστηνα αυτί για καθαρά κοινωνιολογικούς λόγους (αργότερα τον έμαθα τον ορισμό και τις επικίνδυνες προεκτάσεις του, τότε μάλλον το αντιμετώπιζα σαν θεατρική επιθεώρηση που με ψυχαγωγούσε αφάνταστα).

Γειτονιά όμως δε στήνεται μόνο με ένα γείτονα, έτσι και η δική μας η αυλή εκτός από παπαδιά και παπαδοπούλες είχε και Σωτηρούλα. Οι θειες μου, στα πλαίσια του προαναφερθέντος κοινωνικού σχολιασμού, λέγανε ότι η κυρα-Σωτηρούλα κακοτύχισε στο γάμο της. Ο άντρας της λέει σκοτώθηκε στα καράβια έξι μήνες μετά το γάμο, και έμεινε χήρα με ένα αγέννητο. Το αγέννητο βέβαια εγώ το γνώρισα ως ο κύρος Πασχάλης με τη χοντρούλα ψηλομήτα γυναίκα από τας Αθήνας.

Η κυρα-Σωτηρούλα ήταν ο ορισμός του κουτσουμπολιού και μεγάλη ανακατώστρα. Μπορούσε να κάθεται στο δρομάκι κάτω από την αυλή όρθια και να μιλάει με τις ώρες, την άκουγες δεν την άκουγες αυτή τα έλεγε. Και αφού στέρευαν τα νέα πήγαινε στο επόμενο σπίτι, στην επόμενη αυλή, ξανάλεγε τα ίδια εμπλουτισμένα βέβαια με ό,τι είχε αποκομίσει από τις προηγούμενες στάσεις της, μια αντίδραση, μια προσθήκη, ένα ραφινάρισμα τέλοσπάντων στο αρχικά ακατέργαστο νέο, όλα της χρησίμευαν μέχρι και το τι φαΐ μαγείρευες. Εάν πιανόταν όρθια ανέβαινε και στην αυλή επίσημα. Την έφτιαχνες καφέ και οπωσδήποτε παξιμαδάκι.

Εάν η κυρα-Σωτηρούλα είχε γεννηθεί καμιά πενηνταριά χρόνια νωρίτερα η Τατιάνα θα ‘τρωγε τη σκόνη της στα μεσημεριανά σπριντς. Αντ’ αυτού όμως έμεινε καθηλωμένη στο όπως είπαμε προηγουμένως υποκριτικό χωριό μας όπου οι όμοιοι της όντας κοινωνικά εξυπνότεροι την άφηναν να εκτίθεται για να απορρίψουν στο τέλος τη συμπεριφορά της ως ανώτεροι και «καλύτερης πάστας» άνθρωποι. Πλέον είμαι σίγουρη ότι το χωριό καλύτερο δε θα γινόταν εάν η κυρα-Σωτηρούλα αντί για μια κουτοπόνηρη πορτογύρω ήταν καθηγήτρια κοινωνιολογικής ηθικής στο ΕΚΠΑ.

Αλλά επειδή η πραγματικότητα ξεπερνάει συχνά όλες τις προσπάθειες εξορθολογισμού της, έφτανε η στιγμή που στην αυλή, κάτω από την αιωνόβια μουριά μας καθόντουσαν καμιά δεκαριά «πολύ κυρίες» και ωσάν κακοχορδισμένο μουσικό σύνολο παρήγαγαν κακής ποιότητας ήχους. Τσακωμούς για όταν η συζήτηση ερχότανε στα δικά τους, μέλια και συναδελφικές φανφάρες όταν η συζήτηση πήγαινε στους άλλους που εκείνη τη στιγμή δεν ήταν στην αυλή (παίζανε σε δίπλα θίασο). Με τα χρόνια κατάλαβα ότι η μεταπήδηση των θεμάτων δεν ήταν τυχαία. Ενστικτωδώς, το περίεργο αυτό σύνολο προστάτευε τη συνοχή του και την απαρτία του. Ευαίσθητα θέματα αποφεύγονταν, αιχμηρούτσικα σχόλια γίνονταν μόνο όταν το κλίμα ήταν καλό και συναδελφικό, ενώ οι δύσκολες συζητήσεις διαρκούσαν μόνο όσο το επέτρεπε η ομάδα.

Υπήρχαν όμως και φορές που οι κυρίες της αυλής χάνανε τον έλεγχο. Λες και κάποιες φορές ξεχνούσαν τον χρυσό κανόνα «δεν προσβάλουμε τους παρόντες» και χυμούσε η μία να φάει την άλλη. Φωνές, απειλητικά σηκώματα από τις καρέκλες, χειρονομίες, μάτια να βγάζουν σπίθες και γλώσσες να χύνουν φαρμάκι. Έβγαινε και η μάνα μου από το σπίτι, έβλεπε τη φάση κοτέτσι, έβλεπε και εμένα να παρατηρώ από μια γωνία «ρουφώντας τη γνώση», συννέφιαζε. Δε φτάνει που είχε χάσει το απογευματινό θαλάσσιο μπάνιο της εξαιτίας των μουσαφήρηδων , δε φτάνει που οι τόσες φωνές δεν την άφηναν να προσηλωθεί επαρκώς στο τελευταίο "Τεστ", θα «χαλούσαν» και το μονάκριβό της;

- "Σούλα, τι πάθατε βρε παιδί μου;" έλεγε απευθυνόμενη στην κουνιάδα της.
- "Τίποτα Μαίρη μου! Σε ανησυχήσαμε καλή μου ε;" απαντούσε η θεία, σαφώς ενοχλημένη από τη διακοπή.

Γυρνούσε η μάνα μου στο σπίτι μες στο νεύρο (γυρνούσα και εγώ σα βρεγμένη γάτα), έμπαινε στην κουζίνα, έπαιρνε το αλάτι και σκόρπιζε μια γερή ποσότητα πίσω από την πόρτα. Ακολουθούσε ένα σκούπισμα νευρικό και ένα χαμόγελο όλο υπονοούμενο προς το μέρος μου. Επέστρεφε στην αυλή και περίμενε…να δράσει το αλάτι.