Με πλησιάζουν δύο χαμογελαστοί μεσήλικες. Γρήγορα καταλαβαίνω ότι πρόκειται
για γονείς πρωτοετούς που δράττουν την ευκαιρία να μιλήσουν και να γνωριστούν
με κάποιον που πιθανώς στο μέλλον συναντήσει το γιό τους σε κάποια αίθουσα
διδασκαλίας, από την πλευρά όμως της έδρας.
Δεν τον ξέρω, δεν
τους ξέρω. Χαίρομαι όμως με τη χαρά τους· είναι δικαιολογημένη η χαρά τους. Η χαρά για την επόμενη φάση της ζωής του
παιδιού τους, και σύμφωνα με την (αγία) ελληνική οικογένεια, και της δικής τους
ζωής.
Χαίρομαι. Πάω να
πω «Συγχαρητήρια» και θυμάμαι τις βρώμικες τουαλέτες του πανεπιστημίου μας, που
περιμένουν έναν ακόμη διαγωνισμό για να καθαριστούν. Πάω να πω «Μπράβο», και
θυμάμαι το μοναδικό υπάλληλο στη γραμματεία του τμήματος που θα έπρεπε να έχει
τουλάχιστον τρεις. Πάω να χαμογελάσω πλατιά και θυμάμαι ότι όλοι οι πρωτοετείς πρέπει
να νοικιάσουν από την πρώτη μέρα μιας και εστία δεν προβλέπεται.
Ευτυχώς που ο
γιός τους είναι πρωτοετής γιατί θα θυμόμουν κι άλλα, λιγότερο προφανή αλλά το
ίδιο ουσιαστικά που συνοδεύουν μεγαλύτερα έτη, και χαλάνε τη διάθεση με τον
ίδιο ισοπεδωτικό τρόπο.
Εν τέλει,
ξεγλίστρησα των ενοχών μου, βάσιμων ή μη, και να χαμογελάσω κατάφερα και συγχαρητήρια
είπα. Η χαρά όμως των γονιών για την ευκαιρία που το ελληνικό πανεπιστήμιο και
τα μέλη του υπόσχεται, μια ευκαιρία το παιδί τους να γίνει ένας καταρτισμένος
επιστήμονας, ένας ετοιμοπόλεμος διεκδικητής του μέλλοντος και γιατί όχι ένας
καλύτερος άνθρωπος, θα πρέπει να μας γεμίζει με περηφάνια, όχι ντροπή.

