Ήμουν στη Σαντορίνη το 2001. Είχα πάρει μαζί μου το «Εκατό χρόνια μοναξιάς».
Το είχα αγοράσει από την Πρωτοπορία – γιατί είχα διαλέξει αυτό το συγκεκριμένο δεν
μπορώ να θυμηθώ (πολύ θυμώνω με τον εαυτό μου που κάποιες επιλογές «τυχαίες» τις
αφήνω να περνούν ως τέτοιες και δεν προβληματίζομαι παραπάνω τη στιγμή που
γίνονται – ίσως τώρα να είχα απάντηση).
Το βιβλίο το ξεκίνησα την πρώτη μέρα που έφτασα στο νησί. Το κείμενο μπερδεμένο,
ονόματα, εποχές, προτάσεις μισής σελίδας, τα μισά είμαι σίγουρη ότι δεν τα
καταλάβαινα αλλά για κάποιο περίεργο λόγο δεν μπορούσα να σταματήσω να διαβάζω
(και να ξαναδιαβάζω). Οι σελίδες προσπερνούσαν η μία την άλλη, οι περιγραφές
ασταμάτητες, το ίδιο και εγώ ...κλεισμένη στο δωμάτιο στο Καρτεράδος, πότε στο
μπαλκόνι, πότε στο κρεβάτι, πότε στο γραφειάκι του δωματίου. Διαλείμματα για φαγητό και ύπνο.
Αν και από το βιβλίο δε θυμάμαι πλέον λεπτομέρειες, (και μου είναι αδύνατο
να ξαναδιαβάσω βιβλίο ακόμη και εάν θα εξεταστώ στην ύλη του) θυμάμαι την
ευχαρίστηση που ένιωθα καθώς το διάβαζα. Το βιβλίο αυτό με γέμισε απροσδόκητα και για πολύ καιρό μετά διάβαζα ασταμάτητα
ο,τιδήποτε ο Marquez είχε γράψει. Τα φοιτητικά μου χρόνια τα πέρασα
σίγουρη ότι «ο αγαπημένος μου συγγραφέας ήταν ο Marquez».
«Μαγικό ρεαλισμό» αποκάλεσαν την τεχνοτροπία του, βάζοντας τίτλο σε αυτό
που βίωνα διαβάζοντας το βιβλίο του 13 χρόνια πριν.
Υ.Γ. ...αναγκάστηκα να παρατείνω τη διαμονή μου στο νησί κατά 2 μέρες! Ο
προγραμματισμός μου δεν έχει ξεστρατήσει ποτέ εκ τότε...





