Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαβάζοντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα διαβάζοντας. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Ιουλίου 2022

Το τηλεφώνημα που δεν έγινε

Ένα κάπως αυτοβιογραφικό βιβλίο στο οποίο ο συγγραφέας προσπαθεί να βρει την αιτία που αφήνει πολλά έργα του μισοτελειωμένα ακόμη και μετά από πολλές ώρες ενασχόλησης μαζί τους. 
Στα 14 του βρέθηκε στην Ουάσιγκτον, εσώκλειστος σε οικοτροφείο και εκεί ανακάλυψε την αγάπη του για τον κινηματογράφο, όχι μόνο από την πλευρά του θεατή αλλά και από την πλευρά του "κατασκευαστή", του σκηνοθέτη.
Έφηβος με αφρόντιστες ευαισθησίες, βιώνει τον φόβο της αρρώστιας, της παλιαρρώστιας που έλεγε η γιαγιά μου, τη σκανδάλη τράβηξε ένα βιβλίο δώρο του πατέρα του. Εγκλωβισμένος στο φόβο του, ανήμπορος να τον μοιραστεί, ούτε καν με την οικογένειά του. Ο φόβος του, η ψυχική του απομόνωση, η αγάπη του για το σινεμά, μια ευκαιρία που παρουσιάζεται, όλα αυτά τον οδηγούν στο να φτιάξει μια βουβή ταινία με τίτλο "το τηλεφώνημα". Η ταινία βρίσκει αποδοχή από το σχολείο του, και την απαραίτητη υποστήριξη ώστε να λάβει μέρος σε έναν παναμερικανικό διαγωνισμό ερασιτεχνικής σκηνοθεσίας στη Νέα Υόρκη. Κερδίζει το 1ο βραβείο. 
Η επόμενη προσπάθειά του να φτιάξει ταινία μένει ημιτελής, το ίδιο και η μεθεπόμενη. Στις δεκαετίες που ακολούθησαν οι προσπάθειες για ταινίες σταμάτησαν και η καλλιτεχνική δραστηριότητα στράφηκε τελικώς σε βιβλία. Το μοτίβο όμως της συμπεριφοράς απέναντι στα έργα μένει ίδιο, πολλά ημιτελή έργα αποθηκευμένα σε ανενεργά τμήματα σκληρών δίσκων. 
Ψάχνοντας πολύ, επικοινωνεί με ανθρώπους από εκείνη τη χρονιά στην Ουάσιγκτον, ξαναδιαβάζει βιβλία που τότε τον συγκίνησαν, αναζητά χνάρια στη μνήμη του για να καταλάβει. 
Τελικά, με τη βοήθεια ανθρώπων του περιβάλλοντός του, στενού και πιο μακρινού, καταφέρνει να δώσει όνομα στις αιτίες των ναυαγισμένων πονημάτων του.
Επινοεί το όνομα "σύνδρομο Βοϋνίτσκυ" για να ορίσει το τι συμβαίνει. Μεγαλομανία που πηγάζει από μικρομανία, μια επιτυχία που δεν αναγνωρίστηκε από τον πατέρα ως τέτοια, επιλογές ενός δεκατετράχρονου που προσπαθεί να πλοηγηθεί σε ένα νέο μονοπάτι που βρήκε μόνος του, το μονοπάτι της πρώιμης επιτυχίας. 

Μπορεί να μην έχω καταλάβει καλά τι σήμαινε αυτό το σύνδρομο για τον συγγραφέα, ίσως για αυτό να του εφηύρε και όνομα, για να υπάρχει πάντα η εσωτερική αναφορά στον κόσμο του. Όταν ανακαλύπτεις κάτι για πρώτη φορά στα σύνορα του κόσμου σου, έχεις δικαίωμα να το βαφτίσεις, γίνεσαι νονός. 
Σίγουρα όμως πλευρές αυτής της αναζήτησης αναζωπύρωσαν και σε εμένα προβληματισμούς που πάντα είχα μπροστά από καθετί μισοτελειωμένο, κάθε τι ανολοκλήρωτο. 
Συχνά καταφεύγω σε αυτό το ρεαλιστικό "δε χρειάζεται κάτι να είναι τέλειο", για να μπορέσω να βάλω την "τελεία", για να μπορέσω να πάω παρακάτω που λέμε, γιατί στο παρακάτω μπορεί να διεκδικήσω την τελειότητα που τώρα έχασα. Πάλι την έχασα. Δε μιλάω για βιβλία, μιλάω για διάφορα προσωπικά και μη projects, όπως για παράδειγμα αυτό εδώ το blog. 
Θα ήθελα να μπορώ να μουλαρώνω μπροστά σε ένα project, να το παλεύω περισσότερο, να το βασανίζω, αλλά όσο προσπαθώ και το αποτέλεσμα συνεχίζει να μου δίνει τον ίδιο βαθμό ικανοποίησης ενεργοποιείται ένας μηχανισμός σαν από ένστικτο, ένας μηχανισμός που σπάει τα λογικά φράγματα του μυαλού μου και γεμίζει τη σκέψη μου με απαισιοδοξία για την ψυχική ικανοποίηση ενός διαφορετικού τέλους από αυτό που ήδη πραγματώνεται μπροστά μου. 

 - Τώρα πας παρακάτω.



Τετάρτη 6 Ιανουαρίου 2021

Ο φύλακας στη σίκαλη

Ένα βιβλίο σταθμός στην Αμερικανική λογοτεχνία και όχι άδικα. Ο τρόπος γραφής είναι μοναδικός - ακόμη κι όταν το διαβάζεις από μετάφραση  (Αθηνά Δημητριάδου). Η αφήγηση του έφηβου Χόλντεν Κόλφιλντ για το πώς αντιμετωπίζει την δική του πραγματικότητα ξεκινά στην πρώτη πρόταση του βιβλίου και ολοκληρώνεται με συνέπεια στην τελευταία. Οι σκέψεις του, οι περιγραφές του για τους ανθρώπους που υπάρχουν ή πέρασαν από την καθημερινότητά του, ο τρόπος που ο ίδιος αλληλεπιδρά μαζί τους, οι φόβοι του, οι επιλογές του, το πώς διαχειρίζεται το παρόν και το πώς χτίζει υποθέσεις για το μέλλον του σε κάνουν αμέσως φίλο του και ψυχαναλυτή του.

Ο Χόλντεν ζει στην Νέα Υόρκη της δεκαετίας του 1940, είναι παιδί ευκατάστασης οικογένειας, έξυπνος, ευαίσθητος και ειλικρινής απέναντι στα συναισθήματά του. Είναι όμως ασύμβατος με όλα όσα τον αφορούν ή που θα έπρεπε να τον αφορούν. Δεν αντέχει τα καλά ιδιωτικά σχολεία, δεν αντέχει τους συμμαθητές του, τους δασκάλους του, δεν αντέχει να αφιερώνει το χρόνο του σε μαθήματα, σε μελέτη και σε δραστηριότητες που προβλέπονται για την ηλικία του και την οικονομική θεση της οικογένειάς του. Ο κόσμος του φαντάζει κάλπικος, οι σχέσεις των ανθρώπων, οι ζωές τους, οι επιλογές τους, τα πάντα. Η ευφυία του του επιτρέπει να γίνεται αυστηρός κριτής των πάντων, η ηλικία του όμως δεν του επιτρέπει να διαχειριστεί προς όφελός του το κριτικό του πνεύμα, ο έφηβος Χόλντεν οδηγείται σταθερά στην απομόνωση, σε αντικοινωνικές συμπεριφορές και επικίνδυνες επιλογές. 

Όνειρό του να γίνει φύλακας, φύλακας που θα προστατεύει παιδιά που παίζουν στην άκρη ενός γκρεμού. Τα παιδιά δεν είναι κάλπικα, θέλουν μόνο να παίζουν τα παιγνίδια που εκείνα διαλέγουν. Η αδερφή του η Φοίβη, ένα παιδί, τον σώζει από την μοναξιά του, τον συνδέει με την πραγματικότητα, αλλά όπως το τελευταίο κεφάλαιο των δύο σελίδων ψιθυρίζει, μόνο προσωρινά. Ευτυχώς.




Παρασκευή 25 Δεκεμβρίου 2020

Θαυμαστός καινούριος κόσμος

Και ο Άγριος στο τέλος αυτοκτονεί, ο πολιτισμός δεν του επέτρεψε να ζήσει όπως θα ήθελε.


Για το βιβλίο αυτό πολιτισμός είναι η στέρηση οποιασδήποτε προσωπικής έκφρασης, οι άνθρωποι είναι βιομηχανικά προϊόντα που σχεδιάζονται άπαξ, παράγονται σε αίθουσες εκκολοπτηρίων και διαπλάθονται ώστε να αγαπούν τον κοινωνικό τους ρόλο. Ο ρόλος τους είναι προδιαγεγραμμένος από κάποιους που αγαπούν την ηρεμία, κάποιους που οραματίζονται κοινωνίες χωρίς εξέλιξη, χωρίς αλλαγές, κοινωνίες με ανθρώπους απαλλαγμένους από την ανθρώπινη φύση τους. Κοινωνίες χωρίς  Μια κοινωνία χωρίς ανάγκη για προσπάθεια, αγώνες και ήρωες.

Οι άνθρωποι στο βιβλίο δεν αισθάνονται ποτέ μόνοι, η μοναξιά είναι απαγορευμένη, κι όταν κάποια λεπτομέρεια της καθημερινότητας προκαλεί μια αμυχή στη διάθεση, οι φύλακες της κοινωνικής συνοχής μοιράζουν σόμα, ένα εύκολο ναρκωτικό σε χαπάκι που κουκουλούνει τα πάντα και ταξιδεύει τη συνείδηση. Οι άνθρωποι μεγαλώνουν διατηρώντας τους προβληματισμούς αλλά και τα προβλήματα ενός παιδιού, γονείς δεν υπάρχουν, το ρόλο τον έχει η απρόσωπη κοινωνική ιεραρχία. 

Ο Άγριος γεννήθηκε από ένα λάθος, μεγάλωσε σε ένα περιβάλλον που τον αντιμετώπισε σαν εμπόδιο, σαν ξένο στοιχείο, είχε όμως μάνα, τη Λίντα. Μια μάνα εκπολιτισμένη, που επιθυμούσε να επιστρέψει στην κονιορτοποιημένη καθημερινότητά της, να αφομοιωθεί παλι από το απρόσωπο κοινωνικό όνειρο, να πάρει τη σόμα της, και ο γιος της θα της ήταν πάντα εμπόδιο. Ακόμη κι έτσι όμως, ο Άγριος μεγάλωσε με αναμνήσεις από τη Λίντα, αναμνήσεις που αποθηκεύτηκαν με λεπτομέρεια και τις αποζητά, τις ανακαλεί, τις θέλει, είναι δικές του. Ο Άγριος θέλει να ζήσει, να προσπαθήσει, να γεράσει, να δυστυχήσει, να αναζητήσει το θεό, να εξαγνίσει την ψυχή του και να του την παραδώσει αγνή και έτοιμη. 

Στο βιβλίο δεν υπάρχει ξεκάθαρο καλό ή κακό, υπάρχουν γνωστές έννοιες του δυτικού κόσμου τραβηγμένες στο χρόνο και στην προσπάθεια, ακρωτηριασμένες κατάλληλα - πολιτισμός, επιστήμη και τεχνολογία στην υπηρεσία μιας ανθρωπόμορφης κοινωνίας που στοχεύει να υπάρχει εργαλειοποιώντας την ευτυχία και καθιστώντας την όχι στόχο αλλά κατάσταση. Το είμαι ευτυχισμένος αντικαθίσταται με το νιώθω ευτυχισμένος, και το αποτέλεσμα είναι ένα αέναο είναι χωρίς γίγνεσθαι.  






Σάββατο 20 Ιανουαρίου 2018

o γιος του Δράκου

Μια παρέα σε ένα νησί, με αφορμή μια διακοπή ρεύματος, μαζεύεται ένα βράδυ σε μια ταβέρνα, σε μια παραλία γύρω από μια φωτιά. Στην παρέα έρχεται ένας παραμυθάς, ο οποίος όλο το βράδυ τους εξιστορεί ένα παραμύθι για έναν άλλο παραμυθά σε ένα καράβι που λέει στους επιβάτες του παραμύθια κάθε βράδυ. Παραμύθια, μέσα σε ένα παραμύθι, μέσα σε ένα μυθιστόρημα.

Όμορφες εικόνες, με περιγραφές που κάποιες φορές δυσκόλευαν χωρίς εμφανή λόγο και ως ενα βαθμό μένουν ανολοκλήρωτες. Βέβαια αν προσπαθείς πολύ για να συμπυκνώσεις (λογο)τεχνικά το κείμενα ξεχνάς να απογειώσεις την περιγραφή σου, ξεχνάς μάλλον τον αναγνώστη, που για τους περισσότερους είναι μάλλον δείγμα επιτυχημένης συγγραφής.
  
Όταν κάποιος θέλει να αποδείξει ότι έχει φαντασία επιλέγει ένα τέτοιο τρόπο να το κάνει (magic realism), εύκολο, και προσιτό σε όλους. 
 
Υ.Γ. Ο τίτλος είναι από έναν ήρωα σε ένα παραμύθι, του παραμυθά, του παραμυθά. Ίσως ο πιο αξιολύπητος από όλους...χαλάλι ένας τίτλος.

Τρίτη 4 Δεκεμβρίου 2012

Guilty pleasures

Μόνο έτσι μπορώ να τιτλοφορήσω την τελευταία αναγνωστική μου εμπειρία :P. Μυθιστόρημα για την Αγγλία του Β' Παγκοσμίου Πολέμου. Σπίτια στην εξοχή, βόλτες με ποδήλατα στις παραλίες της Κορνουάλης, έρωτες (ανολοκλήρωτοι ως την τελευταία σελίδα), τσάι με κέικ και βούτυρο, κουπέ τραίνων και δίσκοι κλασσικής μουσικής... Εικόνες που θα μποροούσαν να περιγράφονται και σε ανέκδοτο, λογοκριμένο στην εποχή του, βιβλίο της Τζέην Ώστεν.

Φυσικά διάφορες περιγραφές από την καθημερινότητα στην Αγγλία την εξαετία 1939-1945 τραβούσαν το ενδιαφέρον. Η διαδικασία συσκότισης κάθε απόγευμα, τα δελτία τροφίμων και βενζίνης που μοιράζονταν στους πολίτες, η επικοινωνία με γράμματα που περιλάμβανε ανατριχιαστικές λεπτομέρειες καθημερινότητας σε σημείο που στις μέρες μας δεν κατορθώνεται ούτε με το status update του facebook. Βέβαια τι αξία έχει ένα νέο καθημερινότητας παλαιότητας τριών τουλάχιστον μηνών; Οι πρωταγωνιστές του βιβλίου ωστόσο έμοιαζαν να το απολαμβάνουν, απόδειξη πώς παλιότερα ο χρόνος κυλούσε πιο «αργα».
...
Το αστείο είναι ότι ξεκίνησα να διαβάζω το βιβλίο και έχοντας γυρίσει αισίως την εκατοστή σελίδα δεν μπορούσα να βγάλω άκρη... Αναφορές σε γεγονότα που δεν είχα διαβάσει, πρόσωπα που ξεπηδούσαν στους διαλόγους αλλά που δεν είχαν ξανααναφερθεί σε αυτές τις εκατό πρώτες σελίδες, υπονοούμενα για καταστάσεις και μυστικά που ήταν μυστικά και σε εμένα. Κάτι δεν πήγαινε καλά...

Δυστυχώς ο «τόμος Β’» που γράφει το εξώφυλλο δεν ήταν μέρος του τίτλου. Μου πήρε εκατό σελίδες για να το καταλάβω...

Κυριακή 14 Οκτωβρίου 2012

Παζ εναντίον Μπουκόφσκι

Είναι πολύ αστείο να διαβάζεις ταυτόχρονα το "Περί βροχής" του Μαρτέν Παζ και το "Βρώμικος κόσμος" του Μπουκόβσκι. Έχουν και τα δύο το ίδιο σχήμα και σχεδόν το ίδιο πλήθος σελίδων, μόνο που το ένα είναι άσπρο και το άλλο μαύρο. Ο ρομαντισμός απέναντι στο ρεαλισμό. Μια σύντομη πραγματεία στην αξία της βροχής, το αιώνιο σύμβολο ρομαντισμού και έρωτα, απέναντι σε δέκα διηγήματα γραμμένα με κυνισμό αφιερωμένα στην συνειδητοποιημένη μιζέρια της ανθρώπινης φύσης που όμως δε βασανίζεται από αυτή αλλά απλά υπάρχει μαζί της.

Τώρα γιατί το ένα θα πρέπει να είναι άσπρο και το άλλο μαύρο...(Μα τι ρωτάω τώρα, για προφανείς λόγους!!)

Ο ρομαντισμός είναι το "καλό", το "άσπρο", το "αθώο", το "ασφαλές" και ο ρεαλισμός το "κακό", το "μαύρο", το "τραχύ"...Ο ρομαντισμός είναι αυτό που θέλουμε να βάλουμε στη ζωή μας και ο ρεαλισμός αυτό που αναγκαστικά έχουμε γιατί αλλιώς δε θα επιβιώναμε.

Για τους μεν ηβροχή, το φεγγάρι, το ηλιοβασίλεμα είναι συναισθηματικά πλήρεις εικόνες και για τους δε σύμβολα κοινωνικής αγαθοσύνης.

Στρατόπεδα υπάρχουν, αλλά σε καμιά περίπτωση δεν τα χτίσανε οι «ρομαντικοί» ή οι «ρεαλιστές». Τα στατόπεδα τα χτίζουν πάντα οι ίδιοι μικροαστικοί οπαδοί της πανομοιότητας και της ομαλότητας. Οι υποκριτές της καθημερινότητας που δεν ανήκουν ουσιαστικά σε καμιά από τις δύο κατηγορίες αλλά εξαπατούν τον εαυτό τους και τους γύρω τους θεωρώντας ρεαλιστικό μόνο αυτό που συμβαίνει σε αυτούς και ρομαντικό ο,τιδήποτε άλλο.

...

Δεν ξέρω εάν ο Μπουκόβσκι προτίμησε ποτέ τον ήχο της βροχής από τον ήχο που κάνει το ουίσκι όταν κυλάει στο ποτήρι ή αν ο Παζ βλαστήμισε ποτέ την ώρα και τη στιγμή που βγήκε από το σπίτι του χωρίς ομπρέλα αλλά σίγουρα θα μου άρεσαν πολύ λιγότερο τα βιβλία τους εάν δεν τα είχα διαβάσει μαζί.