Μικρή από τις μεγαλύτερες χαρές μου ήταν η γνώση ότι οι γονείς μου είχαν χωριό, με το που ερχόταν το καλοκαίρι τον ασταμάτητο. Πότε στο ένα χωριό, πότε στο άλλο. Κάποιες χρονιές νοικιάσαμε και σπίτι για να κάνει το "παιδί" μπάνια. Το παιδί φυσικά ήμουν έχω με καραμπινάτο πρόβλημα σκολίωσης οπότε τα μπάνια συνίστατο. Έχω ανάμικτες αναμνήσεις από το χωριό του πατέρα μου, πολύ μπάνιο, πολύ φαγητό, πολλή επαφή με ανθρώπους αλλά και πολλές φωνές, τσακωμοί, δύσκολες συζητήσεις. Σε όλα παρούσα, φανερά ή κρυφά.
Ένα σπίτι που αν και όπως λέγανε όλοι "είχε φάει πολλά λεφτά", διαρκώς έβγαζε προβλήματα. Οι τοίχοι ξερνούσαν υγρασία και κάθε χρόνο ο πατέρας μου έπρεπε να αφιερώνει μέρες να ξύνει και να βάφει κομματάκια τοίχου, τα ακριβοπληρωμένα μάρμαρα που είχαν επιλεγεί στη μεγάλη ανακαίνιση του '80 αποτέλεσαν τη μεγαλύτερη κοροϊδία της τότε κουλτούρας του καλαίσθητου. Τα μάρμαρα ήταν γεμάτα από χωμάτινες λακούβες που αμέσως σχεδόν άρχισαν να αδειάζουν στο πατωμα, κάθε σκούπισμα έβγαζε φαράσια όχι από το αστικό χνούδι αλλά από χώμα και μαρμάρινα πετραδάκια. Τα χρόνια κυλούσαν όμως και οι γονείς είχαν πάντα τον έλεγχο, κάτι χάλαγε, αμέσως κάτι φτιαχνόταν. Μερεμέτια πάντα, λεφτά και διάθεση δεν υπήρχε για να ξαναγίνει κάτι μεγάλο, κάτι μόνιμο σαν την ανακαίνιση του '80. Το σπίτι έγινε ένα παζλ που για να βγάλει νόημα, για να καταλάβει ο επισκέπτης το τι βλέπει πρέπει να του πεις την ιστορία, πρέπει να το πιάσεις από παλιά και να εξηγείς. Βγαίνει νόημα, τουλάχιστον εγώ το βλέπω το παζλ και το καταλαβαίνω.
Και φεύγουν και οι γονείς, και λίγο πριν φύγουν με το θάνατο στο στόμα σε βάζουν σε ένα αυτοκίνητο και σου λένε "θα πάμε εκεί" να σου δείξω την περιουσία σου. Και εσύ πας γιατί δεν υπάρχει τίποτα άλλο να κάνεις, τίποτα άλλο να γίνει.
-Να το σπίτι… (αμ το ξέρω ρε μάνα το σπίτι).
-Να το χωράφι με τις ελιές. Τόσες ρίζες, τότε μαζεύεις, τότε φρεζάρεις , τότε το και το.
-Να το κτήμα μες στο χωριό. Είναι τυφλό αλλά δεν είναι, έχει δρόμο δουλειάς.
Λεπτομέρειες που έπρεπε να ειπωθούν τότε γιατί άλλη ευκαιρία δε θα υπήρχε. Ο ιδρώτας έτρεχε πάνω στο σώμα τους, η κορτιζόνη φέρνει ιδρώτα μας είχε πει ο αξιωματούχος της ζωής με την άσπρη ρόμπα. Τίποτα δεν είχε σημασία, μόνο οι λεπτομέρειες. Τρια αστεράκια μπήκανε τότε στο google maps, γιατί εγώ είμαι γεννημένη στα τσιμέντα και όταν με πας στα χώματα χάνομαι.
Και τα χρόνια συνεχίζουν να κυλάνε, και εγώ δε θέλω να πηγαίνω στο χωριό, αλλά όταν πηγαίνω είναι να σα να με πλημμυρίζουν συναισθήματα ανθρώπινα και οικεία και ξαφνικά θέλω να φροντίσω αυτό το παζλ, αυτά τα αστεράκια στο χάρτη, και ξαφνικά θέλω να αποκτήσω τον έλεγχο που είχαν οι γονείς και πιέζομαι να στριμώξω όσο το δυνατό περισσότερα μες στις 3 μέρες που έχω καταφέρει να βρεθώ εκεί, 3 μέρες στις 360. Η λογική μου λέει ότι δε φτάνουν, η πραγματικότητα συμφωνεί, και το συναίσθημα με πνίγει.
-Να, η υγρασία σε αυτόν τον τοίχο προχώρησε.
-Να, εδώ έσκασε ο τοίχος.
- Τα πλακάκια στο μπάνιο ξεκόλλησαν, και αυτά εδώ είναι έτοιμα να πέσουν.
- Το παράθυρο της κουζίνας έχει σκεβρώσει από την υγρασία και δεν ανοίγει.
- Η τρύπα στην τζαμένια πόρτα που έμεινε από το μπουρί της μαντεμένιας ξυλόσομπας της γιαγιάς μπάζει αέρα.
Και η λίστα μεγαλώνει χρόνο με το χρόνο, και κάθε φορά είμαι έτοιμη να ρίξω λεφτά στο μύλο του παζλ. Κάθε φορά είμαι έτοιμη να πάρω τηλέφωνο το θείο που γερνάει και αυτός χρόνο με το χρόνο στα τσιμέντα, να του μιλήσω για το δικό του πάζλ πάνω από το δικό μου, για τη σκεπή, για τα μπαλκόνια, για τα παντζούρια, να του πω να ενδιαφερθεί για το σπίτι γιατί κάποτε που έπρεπε δεν το έκανε και τώρα όλο μαζί καταρρέει.
Και οι 3 μέρες μου τελειώνουν, και όλες οι σκέψεις φροντίδας αρχίζουν να μου φαίνονται μάταιες, τα έντονα συναισθήματα διαλύονται, μένουν μόνο οι δύσκολες σκέψεις για την τύχη αυτού του σπιτιού. Δε θέλω οι αναμνήσεις μου να μου φέρνουν σε λίγα χρόνια πικρία επειδή τα συναισθήματα νίκησαν και οι αποφάσεις φανήκανε βουνό.
Όλα είναι θέμα χρόνου, χρόνων, επιλογών, και εν τέλει αποφάσεων. Οι γονείς επέλεξαν μια ζωή και πήραν αποφάσεις ανάλογες. Τίποτα ανέξοδα, όλα με κόστος. Αυτή είναι και μια μεγάλη διαφορά ανάμεσα στο να είσαι παιδί και να μην είσαι.
Κι εγώ αποφάσισα.
