Κυριακή 23 Οκτωβρίου 2016

Η Αυγουστίνα

Το όνομά της ήταν Αυγουστίνα και είχε γεννηθεί σε ένα τυπικό ελληνικό χωριό, απομονωμένο ως τη δεκαετία του ογδόντα και πλέον αντισυμβατικός τουριστικός προορισμός. Τα παιδικά της χρόνια δεν τα θυμάται, το μόνο που ξέρει είναι ότι επιβίωσε και αυτό τα λέει όλα.

Παντρεύτηκε αργά. Όπως έλεγε η ίδια, «προτιμάω τις δουλειές του βουνού από τις δουλειές του κατωγιού» εννοώντας το μέλημα του νοικοκυριού που αναγκαστικά έπεφτε εξολοκλήρου στους ώμους κάθε παντρεμένης γυναίκας του χωριού.

Παιδιά έκανε πέντε, κι αν την έπαιρναν τα χρόνια θα έκανε κι άλλα. Στην εποχή της όμως τα 40 ήταν τα πρώτα γεράματα. Οι γυναίκες γινόντουσαν στα μάτια όλων «γιαγιές», περιόριζαν ακόμη περισσότερο τις δραστηριότητές τους εντός του σπιτιού, αλλάζανε τον τρόπο που φορούσαν το μαντήλι τους και περίμεναν το θάνατο με την ελπίδα να προλάβουν πρώτα κάνα γάμο παιδιού και κάνα βαφτήσι αγγονιού.

Δεν της ήρθανε όμως όπως τα υπολόγιζε τα πράγματα, και η κα. Αυγουστίνα πάτησε τα 90, έχοντας παντρέψει παιδιά, βαφτίσει αγγόνια, κηδέψει σύζυγο...και το μισό χωριό. Έφτασε η μέρα που το χωριό της της φαινόταν ξένο, οι άνθρωποι δε μένανε πια εκεί, το επισκέπτονταν μόνο τα Σαββατοκύριακα γιατί είχε λέει «ωραίο πράσινο». Ανάθεμα κι αν καταλάβαινε τι εννοούσαν, εκείνη θυμάται ένα ωραίο πράσινο φόρεμα που φόρεσε στο γάμο της κόρης της πριν 30 χρόνια. Εκείνο μάλιστα, ήτανε ωραίο πράσινο.

Είχε πλέον και κάτι προβλήματα υγείας, λίγο το στομάχι της, λίγο η καρδιά της λίγο κάτι άλλα που δεν κατάφερνε να συγκρατήσει όσες φορές και εάν της τα επαναλάμβανε η κόρη της. Αναγκάστηκε να αφήσει το χωριό της.

Αρχικά την φιλοξένησε η κόρη της, κρεβάτι καινούριο μονό στο ίδιο δωμάτιο με το αγγόνι της. «Ε όχι και να αναπνέει το αγγόνι της τα γηρατειά της». Απαίτησε και το κρεβάτι της μεταφέρθηκε στο σαλόνι. Δεν είχε μάθει έτσι η κα. Αυγουστίνα, η αξιοπρέπειά της πληγωνόταν κάθε φορά που έπρεπε να σηκωθεί από το κρεβάτι με τη νυχτικιά, κάθε φορά που έπρεπε να απαντήσει στο επίμονο χτύπημα της πόρτας του μπάνιου δείγμα ότι είχε πάλι καθυστερήσει, κάθε φορά που την έπαιρνε ο ύπνος στην πολυθρόνα και την ξυπνούσε το αγγόνι της, κάθε φορά, κάθε μέρα, συνέχεια.

Στη συνέχεια πήγε στο γιό της. Παράπονο από τη νύφη της δεν είχε, αλλά τόση ευγένεια και τυπικότητα δεν την άντεχε, δεν την καταλάβαινε. Έφυγε.

Ζήτησε να τη βάλουν σε ένα γηροκομείο. Λεφτά είχε στην άκρη, εάν ο θεός αποφάσιζε να την πάρει μέσα στην επόμενη τριετία τότε θα της έφταναν, διαφορετικά ας κανόνιζε εκείνος για το μέλλον της. Συχνά θύμωνε, με το θεό, με τους γιατρούς, με τον άντρα της, δεν μπορεί, κάποιος έφταιγε για την κατάντια της. Θυμόταν το χωριό της.

Μπήκε στο γηροκομείο, φροντίδα παγερή, τυπική και άβολη, αλλά καθημερινή και αυτονόητη.

...

Το έλεγαν οι κανόνες, μπαλκόνι δεν υπήρχε, παράθυρο. Το γηροκομείο είχε πρόσοψη σε πολυσύχναστο δρόμο και τις ώρες που δεν την «φρόντιζαν» άκουγε τον ήχο των αυτοκινήτων (κόρνες, φρεναρίσματα, τσακωμούς, μακροσκελή και επιβλητικά φρρρρ). Ρωτούσε πάντα τις κυρίες με τις ροζ ρόμπες που την φρόντιζαν εάν θα μπορούσαν να τη μεταφέρουν σε ένα δωμάτιο στο ισόγειο – θα ήθελε να μπορεί να βλέπει το δρόμο και όχι μόνο να τον ακούει.

«Μα εδώ είσαι καλύτερα γιαγιά, αναπνέεις λιγότερα καυσαέρια.» αντέτειναν οι ροζ κυρίες. Δεν είχε όμως τα κουράγια να τους πει ότι τα δικά της τα πνευμόνια ήταν καλύτερα από τα δικά τους γιατί όλη της τη ζωή ανέπνεε καθαρό αέρα βουνού. Θυμήθηκε το χωριό της.

Οι παρακλήσεις της δεν έβρισκαν ανταπόκριση, όχι γιατί ήταν παράλογες απλώς γιατί η ικανοποίησή τους δεν προβλεπόταν στους κανονισμούς.

Ασανσέρ υπήρχε αλλά το φοβόταν, χειρότερο από ένα δωμάτιο στον τρίτο όροφο με ένα μοναδικό παράθυρο είναι σίγουρα ένα δωμάτιο χωρίς παράθυρο ανάμεσα σε ορόφους. Κάθε μέρα έβαζε το μαντήλι της, τυλιγόταν στην ρόμπα της και ξεκινούσε αποφασισμένη να φτάσει στο ισόγειο για να δει τα αυτοκίνητα. Τα βήματά της τελικά τη φέρνανε μπροστά στην πόρτα του ασανσέρ, εκεί σταματούσε, πατούσε το κουμπί, περίμενε. Το ορθογώνιο τζαμάκι της πόρτας του ασανσέρ φωτιζόταν σταδιακά, και τελικά άκουγε τον χαρακτηριστικό ήχο που κάνει το ασανσέρ όταν φτάνει στον προορισμό του. Ποτέ όμως δεν άνοιγε την πόρτα, περίμενε μέχρι να ξανασβήσει το τζαμάκι και επέστρεφε στο δωμάτιό της. Η τελετουργία του ασανσέρ συνεχίστηκε για βδομάδες μέχρι που την πήρε χαμπάρι κάποια ροζ κυρία και την επόμενη μέρα της πρότεινε να την κατεβάσει η ίδια μέχρι το ισόγειο. Ντροπιασμένη κάπως η Αυγουστίνα που της είχαν ανακαλύψει την αδυναμία, δέχτηκε απρόθυμα να κατέβει με συνοδεία ως το ισόγειο. Η ροζ κυρία την άφησε στα δερμάτινα καναπεδάκια των επισκεπτών λέγοντάς της ότι θα γυρίσει σύντομα να την πάει πίσω στο δωμάτιό της.

Η Αυγουστίνα τράβηξε ίσια στην έξοδο, εξάλλου δεν της είχανε πει το αντίθετο. Βγαίνοντας έξω κατάλαβε τι εννοούσε η ροζ κυρία για τα καυσαέρια. Ατμόσφαιρα αποπνικτική, αλλά τόσοι μα τόσοι ήχοι. Στο χωριό άκουγε μόνο την ησυχία. Βάλθηκε να βρει ένα πρόχειρο κάθισμα, η μέση της δεν ήταν πλέον για πολλά πολλά. Στο χωριό θα είχε κάτσει κάτω στο χώμα, αλλά τώρα το να κάτσει κάτω στο πεζοδρόμιο της φαινότανε σαν κάποια μορφής παρανομία. Θυμήθηκε το χωριό της.

Μια ροζ κυρία την πλησίασε ακουμπώντας πίσω της μια καρέκλα. Ήταν η ίδια κυρία που την είχε βοηθήσει με το ασανσέρ. Η Αυγουστίνα κάθισε νιώθοντας ταυτόχρονα ντροπή και ευγνωμοσύνη, αλλά πριν προλάβει να πει λέξη, η ροζ κυρία της έριξε ένα χαμόγελο όλο νόημα και έφυγε. Η Αυγουστίνα ήξερε καλά ότι όταν οι ψυχές τα βρίσκουν, οι λέξεις περισσεύουν.

...

Κόσμος πολύς. Άλλους τους παρατηρούσε με προσοχή μέχρι να εξαφανιστούν, και άλλους τους άφηνε να περνάνε. Θυμήθηκε ένα ενυδρείο που είχε η νύφη της. Έτσι χάζευε και το αγγόνι της τα χρυσόψαρα. Και τι πρόβλημα έχουν τα ψάρια σκέφτηκε, αυτά ζούνε μια χαρά στον κόσμο τους, στη γυάλα τους, στο ενυδρείο τους. Το πρόβλημα είναι δικό μας που το ξέρουμε. Αχ πόσο θα ‘θελε να ήταν κι αυτή στο δικό της τώρα ενυδρείο, στη δική της γυάλα, στο χωριό της. Δε πα να τη λυπόντουσαν όλοι οι πολύξεροι; με τίποτα δε θα την αντάλλασσε την ταπεινή της καθημερινότητα.

Καλημέρισε ένα ζευγάρι γελαστά μάτια, αλλά δεν πήρε απάντηση. Τα γελαστά μάτια δεν πάνε πάντοτε παρέα με τα γλυκομίλητα χείλη. Το ‘ξερε αυτό. Ένα πιτσιρίκι της χαιρέτησε μέσα από το κλειστό παράθυρο ενός αυτοκίνητο. Τα αρθριτικά της δεν της επιτρέψανε να σηκώσει το χέρι της έγκαιρα για να του ανταποδώσει το χαιρετισμό, πρόλαβε όμως να του χαμογελάσει. Σκέφτηκε ότι στο χωριό της θα προλάβαινε. Ποιο αυτοκίνητο θα μπορούσε να περάσει με τέτοια ταχύτητα το χωματένιο δρομάκι μπροστά από το χαγιάτι της;

...

Σε λίγο ήρθε πάλι η ροζ κυρία. Την ακολούθησε αδιαμαρτύρητα μέχρι το δωμάτιό της. Πρέπει να κοιμήθηκε αμέσως, δε θυμάται καν να καληνυχτίζει την νέα της φίλη.

...

Την άλλη μέρα ξύπνησε στο χωριό της, στο σπίτι της, στο κρεβάτι της. Μύρισε φουσκί, πρωινή δροσιά και καμένο ξύλο. Άκουσε τα λυκίσια ουρλιαχτά των σκύλων και τα σουρσίματα των ζώων στα κατάφυτα χώματα. Σηκώθηκε ξέγνοιαστη, αέρινη, ευτυχισμένη.

...

«Το χειρότερο που θα με βρει εκεί είναι ο θάνατος. Το καλύτερο που μπορεί να με βρει εδώ είναι το ίδιο.» έλεγε το σημείωμα που βρήκε η ροζ κυρία δίπλα στο άδειο κρεβάτι της Αυγουστίνας στο γηροκομείο.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου